Νέες, υψηλότερες τιμές-στόχους για τις ελληνικές τράπεζες δίνει η Deutsche Bank, εκτιμώντας ότι ο κλάδος διατηρεί ισχυρή λειτουργική δυναμική και παραμένει σε θέση να υπεραποδώσει ακόμη και σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας.
Ο γερμανικός οίκος διατηρεί σύσταση αγοράς για όλες τις μετοχές που καλύπτει, με κορυφαία επιλογή τη Eurobank, ενώ θετική στάση κρατά και για την Alpha Bank, βλέποντας στήριξη από την πιστωτική επέκταση, τη σταθεροποίηση των επιτοκιακών περιθωρίων, τις ελκυστικές αποτιμήσεις και τη βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού.
Οι ελληνικές και κυπριακές τράπεζες συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρές λειτουργικές επιδόσεις, με τη Deutsche Bank να διατηρεί θετική στάση για το σύνολο του κλάδου και να αυξάνει τις τιμές-στόχους για όλες τις καλυπτόμενες μετοχές. Ειδικότερα, τοποθετεί την τιμή-στόχο για την Alpha Bank στα 4,45 ευρώ από 4,10 ευρώ, για τη Eurobank στα 4,35 ευρώ από 4,10 ευρώ, για την Τράπεζα Πειραιώς στα 8,95 ευρώ από 8,75 ευρώ, για την Εθνική Τράπεζα στα 15,95 ευρώ από 15,30 ευρώ και για την Τράπεζα Κύπρου στα 10,40 ευρώ από 10,10 ευρώ.
Κορυφαία επιλογή του οίκου παραμένει η Eurobank, λόγω του ισχυρού προφίλ κερδοφορίας και της στρατηγικής εξαγορών που ακολουθεί, ενώ στις βασικές προτιμήσεις συγκαταλέγεται και η Alpha Bank. Συνολικά, η Deutsche Bank εκτιμά ότι οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά για περαιτέρω υπεραπόδοση, με βασικούς καταλύτες την ισχυρή πιστωτική επέκταση, την ενίσχυση των εσόδων και τα περιθώρια επανεκτίμησης των αποτιμήσεων.
Σύμφωνα με την έκθεση του οίκου, η δυναμική των δανείων αποτελεί τον βασικό μοχλό ανόδου. Η Ελλάδα εμφανίζει μία από τις καλύτερες επιδόσεις στην Ευρώπη, με την αύξηση των δανείων να κινείται περίπου στο 6% σε ετήσια βάση, κυρίως χάρη στη διψήφια ανάπτυξη των επιχειρηματικών χορηγήσεων. Ταυτόχρονα, η επιβράδυνση της απομόχλευσης των νοικοκυριών και η σταδιακή επιστροφή της ζήτησης για στεγαστικά δάνεια ενισχύουν τις προοπτικές του κλάδου.
Η Deutsche Bank εκτιμά ακόμη ότι οι προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους παραμένουν ισχυρές, καθώς η συμπίεση των επιτοκιακών περιθωρίων πλησιάζει στο τέλος της. Αυτό δημιουργεί συνθήκες σταθεροποίησης και ανοίγει τον δρόμο για επιτάχυνση από το 2026 και μετά, με πιθανότητα περαιτέρω βελτίωσης από το 2027.
Θετική είναι η εικόνα και στο μέτωπο της αποδοτικότητας, με τους δείκτες κόστους προς έσοδα να κινούνται κοντά στο 35%, ενώ η ποιότητα ενεργητικού συνεχίζει να ενισχύεται. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώνεται κοντά στο 2,6% και αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω προς τα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου έως το 2027. Αντίστοιχα, το κόστος κινδύνου προβλέπεται να υποχωρήσει προς τις 40 μονάδες βάσης, χωρίς να εντοπίζονται σημαντικοί νέοι κίνδυνοι από νομικές ή θεσμικές εξελίξεις.
Παράλληλα, ο οίκος σημειώνει ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι περισσότερο προστατευμένες από άλλες ευρωπαϊκές απέναντι σε ορισμένες από τις βασικές ανησυχίες της αγοράς. Η έκθεσή τους στον κλάδο της τεχνολογίας είναι χαμηλή, περιορίζοντας τον αντίκτυπο από την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η συμμετοχή τους στο private credit είναι ουσιαστικά μηδενική. Την ίδια ώρα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με ρυθμούς ανάπτυξης γύρω στο 2% για την περίοδο 2026-2027, υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που στηρίζει περαιτέρω το μακροοικονομικό υπόβαθρο του κλάδου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Deutsche Bank και στις αποτιμήσεις, τις οποίες εξακολουθεί να θεωρεί ελκυστικές, παρά τη σημαντική αναβάθμιση των τελευταίων ετών. Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, έναντι περίπου 8 φορές για τις ευρωπαϊκές. Ο οίκος αποδίδει την απόκλιση αυτή σε παράγοντες όπως η περιορισμένη επενδυτική βάση, η αρνητική κληρονομιά της κρίσης και η κατάταξη της αγοράς ως αναδυόμενης, εκτιμά όμως ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους λόγους θα υποχωρούν σταδιακά.
Σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι υπάρχουν περιθώρια σταδιακής σύγκλισης των αποτιμήσεων με τα επίπεδα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών τραπεζών. Επιπλέον, τα ισχυρά κεφαλαιακά επίπεδα ενισχύουν τόσο τη δυνατότητα χρηματοδότησης της ανάπτυξης όσο και τις διανομές προς τους μετόχους, στηρίζοντας περαιτέρω τη συνολική επενδυτική εικόνα του κλάδου.






























