Συναγερμό για επικείμενη περιβαλλοντική καταστροφή σημαίνουν ο ένας μετά τον άλλο διεθνείς οργανισμοί καθώς ένα ρωσικό δεξαμενόπλοιο γεμμάτο LNG πλέει ακυβέρνητο στη Μεσόγειο.
Η Ιταλία, η Γαλλία και άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ προειδοποίησαν ότι ένα ρωσικό δεξαμενόπλοιο LNG, το οποίο τυλίχθηκε στις φλόγες στη Μεσόγειο νωρίτερα αυτόν τον μήνα, συνιστά «άμεσο και σοβαρό κίνδυνο μεγάλης οικολογικής καταστροφής».
Το Arctic Metagaz, με ρωσική σημαία, το οποίο φέρεται να αποτέλεσε στόχο ουκρανικής επίθεσης με μη επανδρωμένα θαλάσσια drones ανοιχτά της Λιβύης, βρίσκεται σε «επισφαλή κατάσταση» «στην καρδιά του θαλάσσιου χώρου της Ένωσης», αναφέρεται σε επιστολή εννέα κρατών-μελών της ΕΕ.
Η επιστολή προς την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν καλεί την Επιτροπή να συντονίσει άμεση συλλογική δράση για τον περιορισμό του κινδύνου, καθώς το πυρόπληκτο δεξαμενόπλοιο παρασύρεται στη Μεσόγειο, μεταξύ Μάλτας και του ιταλικού νησιού Λαμπεντούζα.
Η υπηρεσία ασφαλείας της Ουκρανίας και η στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών δεν απάντησαν σε αίτημα για σχόλιο.
Η Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU) έχει επεκτείνει τη δράση της πέρα από την στοχοποίηση πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα. Τον Δεκέμβριο ανέλαβε την ευθύνη για επίθεση σε πετρελαιοφόρο, το Qendil, στη Μεσόγειο. Πηγές εντός της SBU δήλωσαν στους FT ότι η επίθεση στο Qendil πραγματοποιήθηκε με εναέρια drones, ωστόσο το δεξαμενόπλοιο ήταν άδειο, «οπότε δεν υπήρχε περιβαλλοντική απειλή για την περιοχή».
Blame game
Η Μόσχα επανέλαβε ότι ευθύνεται το Κίεβο για την επίθεση στο πλοίο, με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να τη χαρακτηρίζει τηλεοπτικά «τρομοκρατική επίθεση». Η ουκρανική κυβέρνηση δεν έχει αναλάβει την ευθύνη, έχει όμως στο παρελθόν στοχοποιήσει άλλα ρωσικά πλοία.
Η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα δήλωσε τη Δευτέρα ότι η Ρωσία, καθώς και ο άγνωστος ιδιοκτήτης του πλοίου, παρακολουθούν στενά το κατεστραμμένο σκάφος, το οποίο σύμφωνα με τις αρχές μετέφερε 450 τόνους βαρέος καυσίμου, 250 τόνους ντίζελ και «σημαντική ποσότητα» LNG όταν δέχθηκε την επίθεση στις ή γύρω στις 3 Μαρτίου.
«Ακούγονται εκρήξεις επί του πλοίου, έχουν εντοπιστεί διαρροές αερίου, η κλίση έχει αυξηθεί και παρατηρούνται τοπικές εστίες φωτιάς», ανέφερε ανακοίνωση της ρωσικής κυβέρνησης.
Ωστόσο, η Μόσχα υποστήριξε ότι η αντιμετώπιση του περιστατικού ανήκει στα παράκτια κράτη, σημειώνοντας ότι οι διεθνείς νομικές διατάξεις «αναθέτουν την ευθύνη στα παράκτια κράτη». Πρόσθεσε ότι οι χώρες αυτές είναι υπεύθυνες «για την επίλυση του ζητήματος του πλοίου που παρασύρεται».
Η ιταλική υπηρεσία πολιτικής προστασίας υποβάθμισε την απειλή του ρωσικού πλοίου για τις ιταλικές ακτές, με εκπρόσωπο να δηλώνει την Τρίτη ότι το πλοίο έχει απομακρυνθεί από τη Μάλτα και κατευθύνεται πλέον νότια προς τη Λιβύη.
«Οι θαλάσσιες και καιρικές συνθήκες είναι δύσκολες, γεγονός που καθιστά δύσκολη την προσέγγιση του πλοίου», ανέφερε αξιωματούχος της πολιτικής προστασίας, προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις διαρροής καυσίμων ή αερίου από το πλοίο».
Στην κοινή επιστολή τους προς τις Βρυξέλλες, οι ηγέτες των εννέα μεσογειακών κρατών της ΕΕ τόνισαν ότι η υπόθεση Metagaz αναδεικνύει την ανάγκη για πιο συντονισμένη δράση κατά των ρωσικών πλοίων που επιχειρούν να παρακάμψουν τις οικονομικές κυρώσεις εντός ή κοντά στα ευρωπαϊκά ύδατα.
«Η υπόθεση αυτή — και οι συναφείς κίνδυνοι για τα ύδατά μας — αναδεικνύουν την ανάγκη για άμεση, συντονισμένη και ορατή ευρωπαϊκή απάντηση ως ύψιστη προτεραιότητα», αναφέρεται στην επιστολή, σημειώνοντας ότι το ζήτημα θα τεθεί σε προσεχή συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.
Ο λεγόμενος «σκιώδης στόλος» της Ρωσίας χρησιμοποιεί παραπλανητικές πρακτικές — όπως παραποίηση σήματος GPS ή χρήση ψευδούς σημαίας — για να αποκρύπτει τη θέση των πλοίων και να μεταφέρει μεγάλες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου και LNG, κυρίως προς ασιατικές χώρες, κάθε μήνα.
Πολλά από τα πλοία αυτά, τα οποία περιλαμβάνονται σε λίστες κυρώσεων του Ηνωμένου Βασιλείου, της ΕΕ και των ΗΠΑ, διαθέτουν αδιαφανείς δομές ιδιοκτησίας και βρίσκονται σε κακή κατάσταση, χωρίς δυνατότητα προσέγγισης δυτικών λιμένων για συντήρηση λόγω των καθεστώτων κυρώσεων.