Τα μεγάλα επενδυτικά projects σε στρατηγικούς κλάδους απορροφούν πλέον τη συντριπτική πλειονότητα των κρατικών κινήτρων παγκοσμίως, καθώς οι κυβερνήσεις στρέφονται όλο και περισσότερο σε λεγόμενα «mega incentive deals» για να προσελκύσουν βιομηχανίες αιχμής.
Σύμφωνα με ανάλυση του FDI Intelligence, τα mega deals -επενδυτικές συμφωνίες που συνοδεύονται από δημόσια στήριξη άνω των 50 εκατ. δολαρίων- αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο στο 85% της συνολικής δαπάνης για επενδυτικά κίνητρα την περίοδο 2021-2024, παρότι αντιπροσώπευαν μόλις το 1,4% του συνολικού αριθμού των σχετικών ενισχύσεων. Τα στοιχεία προέρχονται από τη βάση δεδομένων IncentivesFlow, η οποία καταγράφει διεθνώς τα πακέτα κινήτρων που προσφέρονται για την προσέλκυση επενδύσεων.
Η τάση αυτή δεν είναι εντελώς νέα, αλλά έχει ενισχυθεί θεαματικά μετά την πανδημία. Την περίοδο 2015-2019, τα mega deals αντιπροσώπευαν κατά μέσο όρο το 51% της ετήσιας παγκόσμιας δαπάνης για κίνητρα. Το 2020, εν μέσω πανδημίας, το μερίδιό τους υποχώρησε περίπου στο ένα τρίτο της συνολικής αξίας. Από το 2021 και μετά, όμως, η συγκέντρωση αυξήθηκε απότομα. Ακόμη και για το 2025, παρότι τα στοιχεία παραμένουν ελλιπή, τα mega deals αντιστοιχούν ήδη σχεδόν στα δύο τρίτα των δεσμεύσεων που έχουν καταγραφεί μέχρι στιγμής.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη διαρθρωτική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται τα κρατικά επενδυτικά κίνητρα.
Η κυριαρχία των ΗΠΑ
Η συγκέντρωση αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στις ΗΠΑ. Από τα 397 mega deals που έχουν καταγραφεί παγκοσμίως στη βάση δεδομένων για την περίοδο 2021-2025, τα 267 εντοπίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή περίπου το 67% του συνόλου.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισε η νέα γενιά βιομηχανικής πολιτικής που υιοθετήθηκε επί προεδρίας Biden την περίοδο 2021-2024. Νομοθετήματα όπως το CHIPS and Science Act και το Inflation Reduction Act διεύρυναν σημαντικά την κλίμακα της στήριξης προς στρατηγικούς κλάδους. Σε συνδυασμό με τα επιθετικά πακέτα κινήτρων σε επίπεδο Πολιτειών, δημιουργήθηκε ένα νέο επίπεδο ανταγωνισμού μεταξύ κυβερνήσεων, με επίκεντρο τους ημιαγωγούς, τα ηλεκτρικά οχήματα και την παραγωγή μπαταριών.
Άλλοι προορισμοί, όπως ο Καναδάς, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, κατέγραψαν επίσης διψήφιο αριθμό mega deals την ίδια περίοδο, χωρίς όμως να προσεγγίζουν την κλίμακα που παρατηρείται στις ΗΠΑ.
Η ανάλυση σημειώνει πάντως ότι η εικόνα αυτή επηρεάζεται και από το επίπεδο διαφάνειας που υπάρχει στα διαθέσιμα στοιχεία για τα κίνητρα, το οποίο διαφέρει από χώρα σε χώρα.
Οι νέες προτεραιότητες
Η έκρηξη των mega deals συγκεντρώνεται σε λίγους, ιδιαίτερα κεφαλαιοβόρους κλάδους που βρίσκονται στο επίκεντρο των σύγχρονων βιομηχανικών πολιτικών.
Όπως αναφέρει ο Monty Turner, senior vice-president της Colliers και επικεφαλής της πρακτικής οικονομικών κινήτρων της εταιρείας, τα πακέτα ενισχύσεων έχουν αυξηθεί κυρίως επειδή οι ταχέως αναπτυσσόμενοι κλάδοι – όπως οι ημιαγωγοί, οι αλυσίδες εφοδιασμού της αυτοκινητοβιομηχανίας και η προηγμένη μεταποίηση – είναι πολύ πιο κεφαλαιοβόροι σε σχέση με το παρελθόν. Η αυτοματοποίηση και το αυξημένο κόστος έχουν ανεβάσει τις ανάγκες σε επενδύσεις, ενώ η ομοσπονδιακή βιομηχανική πολιτική στις ΗΠΑ έχει ενισχύσει τις προσδοκίες των επενδυτών και έχει οξύνει τον ανταγωνισμό μεταξύ Πολιτειών.
Κατά τον ίδιο, η τάση αυτή έχει κυρίως διαρθρωτικό χαρακτήρα, καθώς συνδέεται με τη μακροπρόθεσμη επαναπατρισμό παραγωγικής δραστηριότητας και την αναδιάταξη των αλυσίδων εφοδιασμού στις ΗΠΑ.
Οι μονάδες παραγωγής ημιαγωγών απορρόφησαν το μεγαλύτερο μερίδιο των mega deals, φτάνοντας σχεδόν το 50% της συνολικής δαπάνης κινήτρων την περίοδο 2021-2025. Ισχυρή παρουσία είχαν επίσης οι μονάδες συναρμολόγησης ηλεκτρικών οχημάτων και τα battery gigafactories, με μερίδια 13,5% και 12,6% αντίστοιχα, κάτι που αντανακλά το τεράστιο ύψος των επενδύσεων που απαιτεί η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση.
Η ένταση κεφαλαίου αποτυπώνεται και στη σύνθεση των ίδιων των πακέτων ενίσχυσης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, τα κίνητρα αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 12,6% των κεφαλαιουχικών δαπανών για την περίοδο 2021-2025. Στα mega deals, όμως, το ποσοστό αυτό ανέρχεται περίπου στο 17,6% του υποσχεθέντος capex.
Οι ξένοι επενδυτές κερδίζουν έδαφος
Στις ΗΠΑ, οι εγχώριες εταιρείες απορρόφησαν αρχικά το μεγαλύτερο μέρος των mega deals, κυρίως στα πρώτα στάδια της ανόδου μετά το 2020. Μεγάλο μέρος της επέκτασης προήλθε από αμερικανικές επιχειρήσεις που αύξησαν τις επενδύσεις τους σε ημιαγωγούς και ηλεκτρικά οχήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επένδυση πολλών δισ. δολαρίων της Micron στη Νέα Υόρκη, η οποία συνοδεύτηκε από ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα κινήτρων σε επίπεδο Πολιτείας που έχουν καταγραφεί.
Από το 2021 και μετά, ωστόσο, αυξάνεται και το μερίδιο που κατευθύνεται σε ξένες επενδύσεις. Επενδυτές από την Ασία και την Ευρώπη ενίσχυσαν την παρουσία τους στις ΗΠΑ, επιδιώκοντας να επωφεληθούν από τα πιο γενναιόδωρα ομοσπονδιακά κίνητρα. Ήδη από το 2022 και το 2023, τόσο τα εγχώρια όσο και τα ξένης προέλευσης mega projects κινούνταν ανοδικά ταυτόχρονα.
Ο ανταγωνισμός για επενδυτικά κίνητρα ανέκαθεν ενισχυόταν και υποχωρούσε μαζί με τους οικονομικούς κύκλους. Η τρέχουσα φάση, όμως, μοιάζει περισσότερο διαρθρωτική, καθώς διαμορφώνεται από την ανάγκη για ανθεκτικότερες αλυσίδες εφοδιασμού, τη γεωπολιτική αντιπαλότητα και την ενεργειακή μετάβαση.
Το κατά πόσο μπορεί να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου αυτό το επίπεδο κρατικής στήριξης παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Προς το παρόν, πάντως, τα mega deals έχουν εξελιχθεί στο βασικό μέτρο των βιομηχανικών φιλοδοξιών των κρατών.
