Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν την Τρίτη τις πιο σφοδρές αεροπορικές επιδρομές του πολέμου κατά του Ιράν μέχρι σήμερα, σε μια νέα φάση κλιμάκωσης που αυξάνει την πίεση στην Τεχεράνη, αλλά δεν έχει ανατρέψει ακόμη την εκτίμηση των αγορών ότι ο Donald Trump θα επιδιώξει να κλείσει τη σύγκρουση σχετικά γρήγορα.
Το Πεντάγωνο έκανε λόγο για την εντονότερη ημέρα πληγμάτων από την έναρξη των επιχειρήσεων, ενώ κάτοικοι της Τεχεράνης περιέγραψαν τη νύχτα που προηγήθηκε ως τη χειρότερη μέχρι στιγμής, με εκτεταμένους βομβαρδισμούς σε πολλές περιοχές της πόλης. Την ίδια ώρα, πηγή με γνώση του ισραηλινού σχεδιασμού ανέφερε ότι το Ισραήλ επιχειρεί να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή ζημιά όσο θεωρεί ότι το επιχειρησιακό «παράθυρο» παραμένει ανοικτό, υπό την παραδοχή ότι ο Trump μπορεί να επιλέξει τον τερματισμό του πολέμου ανά πάσα στιγμή.
Παρά τη στρατιωτική κλιμάκωση, οι αγορές κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου της Δευτέρας υποχώρησε αισθητά την Τρίτη, με το Brent να επιστρέφει κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι, ενώ μετοχές σε Ασία, Ευρώπη και ΗΠΑ ανέκτησαν μέρος των απωλειών τους. Το βασικό σήμα που φαίνεται να αποτιμούν οι επενδυτές είναι ότι ο Λευκός Οίκος δεν επιθυμεί μια παρατεταμένη σύγκρουση που θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Ωστόσο, το ρίσκο παραμένει υψηλό. Οι Φρουροί της Επανάστασης απείλησαν ότι θα μπλοκάρουν τις εξαγωγές πετρελαίου από τον Κόλπο εάν δεν σταματήσουν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις, την ώρα που η Ουάσιγκτον επανέλαβε ότι θα απαντήσει σκληρά σε οποιαδήποτε προσπάθεια διακοπής της ροής ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η συγκεκριμένη θαλάσσια αρτηρία, από την οποία διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών πετρελαίου και LNG, παραμένει ο πιο κρίσιμος παράγοντας για την παγκόσμια οικονομία.
Σε πολιτικό επίπεδο, η εικόνα παραμένει αντιφατική. Η Τεχεράνη εμφανίζεται αδιάλλακτη, απορρίπτοντας προοπτική υποχώρησης ή επανέναρξης διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ, ενώ ο Trump συνεχίζει να εκπέμπει αντικρουόμενα μηνύματα: από τη μία προαναγγέλλει σκληρότερη απάντηση εάν απειληθούν οι ενεργειακές ροές, από την άλλη αφήνει να εννοηθεί ότι ο πόλεμος μπορεί να τελειώσει γρήγορα. Αυτό ακριβώς το δίπολο – στρατιωτική κορύφωση στο πεδίο, αλλά προσδοκία πολιτικού φρεναρίσματος – εξηγεί γιατί οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν ακόμη το σενάριο μιας παρατεταμένης περιφερειακής αποσταθεροποίησης ως βασική τους υπόθεση.
