Η επιστροφή του Donald Trump στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από τη γνωστή υπόσχεση για αναγέννηση της αμερικανικής βιομηχανίας και επαναφορά παραγωγής και κεφαλαίων στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε πρώτη ανάγνωση, η εικόνα δείχνει ότι αυτή η προσπάθεια αποδίδει: οι δεσμεύσεις για άμεσες ξένες επενδύσεις (FDI) στις ΗΠΑ έφτασαν το 2025 σε ιστορικό υψηλό, στα 321,4 δισ. δολάρια, ενώ ανακοινώθηκαν 2.055 νέα επενδυτικά projects – επίπεδο χαμηλότερο μόνο από το ρεκόρ του 2024.
Πίσω όμως από τη συνολική άνοδο, η εικόνα είναι πολύ πιο άνιση. Η κατανομή των επενδύσεων ανά κλάδο δείχνει ότι τα οφέλη του Trump 2.0 δεν διαχέονται ομοιόμορφα στην οικονομία. Ορισμένοι τομείς καταγράφουν θεαματική άνοδο, κυρίως εκείνοι που συνδέονται με την άμυνα, τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και τη στρατηγική βιομηχανική πολιτική. Άλλοι, αντίθετα, εμφανίζουν καθαρή υποχώρηση, ακόμη και αν θεωρούνται θεωρητικά προτεραιότητες της νέας αμερικανικής διοίκησης.
Στους μεγάλους κερδισμένους ξεχωρίζει ο τομέας διαστήματος και άμυνας, όπου τα projects αυξήθηκαν το 2025 κατά 167% σε σχέση με τον ετήσιο μέσο όρο της περιόδου Biden. Η ενίσχυση αυτή συμβαδίζει με τη διεθνή άνοδο των αμυντικών δαπανών, αλλά και με τη σαφή στροφή της κυβέρνησης Trump προς την εθνική ασφάλεια και τη στρατιωτική ισχύ. Στο ίδιο μοτίβο, ισχυρή άνοδος καταγράφεται και στα βιομηχανικά μηχανήματα και τον εξοπλισμό, με αύξηση 176%, κυρίως λόγω ταϊβανέζικων ομίλων όπως οι Wistron και Foxconn, που ενισχύουν την παρουσία τους στις ΗΠΑ για να στηρίξουν την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης. Θετική παραμένει και η πορεία των ημιαγωγών, με τα νέα projects να κινούνται υψηλότερα σε σχέση με την περίοδο Biden, εικόνα που συνδέεται και με την επέκταση των επενδύσεων της TSMC στην Αριζόνα.
Σημαντικό κέρδος καταγράφει και ο φαρμακευτικός κλάδος, όπου τα projects αυξήθηκαν κατά 149% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας. Η ώθηση αυτή αποδίδεται εν μέρει και στις πιέσεις του Trump προς τις φαρμακευτικές εταιρείες να επεκτείνουν την παραγωγική τους βάση εντός ΗΠΑ, με την απειλή δασμών να λειτουργεί ως μοχλός πίεσης. Ωστόσο, το κείμενο επισημαίνει ότι οι ανακοινώσεις επενδύσεων δεν ταυτίζονται απαραίτητα με οριστικές κεφαλαιακές ροές και ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργούν και ως πολιτικό μήνυμα προσαρμογής προς τη νέα διοίκηση.
Στον αντίποδα, μια σειρά από κλάδους που παραδοσιακά προσέλκυαν ισχυρές ξένες επενδύσεις εμφανίζουν σημάδια κόπωσης. Η βιοτεχνολογία, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται ως στρατηγικός τομέας, παρουσίασε πτώση 11% σε σχέση με τον μέσο όρο της περιόδου Biden. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται σε ένα πιο σύνθετο περιβάλλον: εντεινόμενος ανταγωνισμός από την Κίνα, κίνδυνοι κανονιστικής αστάθειας, περικοπές χρηματοδότησης και γενικότερα ένα κλίμα αβεβαιότητας γύρω από την επιστημονική έρευνα και την ακαδημαϊκή ελευθερία.
Πιέσεις καταγράφονται και σε βασικούς κλάδους υπηρεσιών, οι οποίοι για χρόνια αποτελούσαν βασικό μαγνήτη για ξένες επενδύσεις στις ΗΠΑ. Τα business services υποχώρησαν κατά 36%, ενώ οι υπηρεσίες λογισμικού και πληροφορικής κατά 24% σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης τετραετίας. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται ευρύτερα με τον μετασχηματισμό της αγοράς εργασίας λευκού κολάρου, καθώς οι επιχειρήσεις επαναξιολογούν τα μοντέλα απασχόλησης υπό την πίεση της τεχνητής νοημοσύνης. Ταυτόχρονα, οι αυστηρότεροι περιορισμοί στην πρόσβαση μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού, περιλαμβανομένης της αύξησης του κόστους για τις βίζες H-1B στις οποίες βασίζονται πολλές τεχνολογικές εταιρείες, προσθέτουν νέα μεταβλητότητα.
Αδύναμη εμφανίζεται και η εικόνα της πιο παραδοσιακής μεταποίησης. Κλάδοι όπως το καουτσούκ, τα κλωστοϋφαντουργικά και τα δομικά υλικά κατέγραψαν πτώση των επενδυτικών projects σε σχέση με την προηγούμενη τετραετία. Παρότι πρόκειται για τομείς με σχετικά χαμηλή αφετηρία, η τάση δείχνει ότι η όποια επαναβιομηχάνιση των ΗΠΑ συγκεντρώνεται κυρίως στην προηγμένη μεταποίηση και όχι στο σύνολο της βιομηχανικής βάσης. Το υψηλότερο κόστος παραγωγής στις ΗΠΑ εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά, ιδίως σε σύγκριση με εναλλακτικούς κόμβους όπως το Βιετνάμ, περιορίζοντας τις πιθανότητες μαζικής μεταφοράς παραγωγικής δραστηριότητας προς την αμερικανική αγορά.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το Trump 2.0 δεν έχει οδηγήσει σε μια συνολική και ομοιόμορφη επενδυτική αναζωογόνηση, αλλά σε μια πιο επιλεκτική ανακατεύθυνση κεφαλαίων. Οι κλάδοι που συνδέονται με άμυνα, στρατηγική βιομηχανία και AI υποδομές φαίνεται να ευνοούνται περισσότερο, ενώ υπηρεσίες, βιοτεχνολογία και παραδοσιακή μεταποίηση εμφανίζουν σαφέστερες πιέσεις. Με άλλα λόγια, η νέα επενδυτική εικόνα των ΗΠΑ δεν είναι τόσο μια γενικευμένη επιστροφή κεφαλαίων, όσο μια αναδιάταξη προτεραιοτήτων με έντονο γεωπολιτικό και βιομηχανικό αποτύπωμα.
