Πολύ καλό για να’ναι αληθινό καταλήγει το όραμα των ευρωπαϊκών ενεργειακών κοινοτήτων αφού μόλις το 27% του στόχου της ΕΕ έχει επιτευχθεί σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ).
Οι ενεργειακές κοινότητες όταν παρουσιάστηκαν με τις οδηγίες του 2018 (RED II) για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και του 2019 (IMED) για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ήταν ένα απ΄τα πιο φιλόδοξα, πράσινα και κοινωνικά αλληλέγγυα προγράμματα που προωθούσε η Ένωση. Το σκεπτικό ήταν απλό, στόχευε καταστήσει τους πολίτες- παραγωγούς καθαρής ενέργειας, δίνοντάς τους το κίνητρο ενός πιο οικονομικού λογαριασμού ρεύματος, ενώ παράλληλα θα τους έκανε πρεσβευτές του πράσινου μέλλοντος. Επίσης, είχε δοθεί προτεραιότητα για κάλυψη ενεργειακών των ευάλωτων νοικοκυριών και των ΟΤΑ.
Οκτώ χρόνια μετά οι Ε.Κ. φαίνεται να έχουν χάσει το δρόμο τους. Η έκθεση του ελεγκτικού συνεδρίου, καταλήγει ότι η Ένωση έχει αποτύχει στους αριθμητικούς στόχους που είχε θέσει, αλλά και στη δημιουργία ενός ρυθμιστικού πλαισίου που δεν θα άφηνε κενά για εκμετάλλευση.
Απ΄το 27% στο 4% η διείσδυση ηλιακής ενέργειας
Το βασικότερο στοιχείο είναι πως η ΕΕ είχε θέσει τον στόχο να υπάρχει τουλάχιστον μία ενεργειακή κοινότητα από ανανεώσιμες πηγές σε κάθε δήμο με πληθυσμό άνω των 10.000 κατοίκων έως το 2025. Με βάσει την έρευνα του ελεγκτικού συνεδρίου, όμως, τον Ιανουάριο του 2025, μόνο το 27% αυτού του στόχου είχε επιτευχθεί, καθιστώντας προφανώς αδύνατο να γεφυρωθεί το υπόλοιπο 73% μέσα σε 11 μήνες.
Η απόσταση ανάμεσα στις αρχικές προβλέψεις και στην τωρινή εικόνα γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις εκτιμήσεις για το 2030. Ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε αναφέρει στην εκτίμηση επιπτώσεων της οδηγίας RED II ότι οι ενεργειακές κοινότητες θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν το 21% της ηλιακής και το 17% της αιολικής δυναμικότητας στην Ευρώπη, η έκθεση εκτιμά ότι το πραγματικό ποσοστό μπορεί ρεαλιστικά να φτάσει μόλις στο 4%.
Πίσω από αυτή την υστέρηση βρίσκονται, σύμφωνα με τους ελεγκτές, χρόνια ανεπίλυτα ρυθμιστικά ζητήματα. Οι ορισμοί της ΕΕ για τις κοινότητες ανανεώσιμης ενέργειας και τις ενεργειακές κοινότητες πολιτών χαρακτηρίζονται ασαφείς, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους ίδιους τους πολίτες που θα ήθελαν να συμμετάσχουν σε τέτοια σχήματα. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη από το γεγονός ότι, σε δύο από τα τέσσερα κράτη μέλη που ελέγχθηκαν στην παρούσα έρευνα, οι εθνικές κυβερνήσεις χρησιμοποιούν έννοιες που δεν ευθυγραμμίζονται με τους ευρωπαϊκούς ορισμούς.
Γραφειοκρατία και 3 χρόνια αναμονή για σύνδεση στο δίκτυο
Η ασάφεια αυτή δεν είναι απλώς νομική λεπτομέρεια, μεταφράζεται σε μια θολούρα και τελικώς απροθυμία των πολιτών να συμμετάσχουν σε ένα ενεργειακό σχήμα, φοβούμενοι- και με το δίκιο τους- τη γραφειοκρατία. Χαρακτηριστικά, στις πολυκατοικίες, όπου το 2023 κατοικούσε το 48% του πληθυσμού της ΕΕ, οι υφιστάμενες ενώσεις ιδιοκτητών δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν απευθείας ως φορείς για τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να απαιτούνται συχνά πολύπλοκες νομικές διαδικασίες, περισσότερη γραφειοκρατία και τελικά πλήρης αδιαφορία απ΄τους πιθανούς δικαιούχους.
Τα αυτά σκιαγραφούνται και στο πεδίο του ηλεκτρικού δικτύου. Οι καθυστερήσεις στις συνδέσεις νέων έργων, αλλά και οι συχνές αρνήσεις λόγω συμφόρησης σε περιόδους αιχμής, βάζουν «φρένο» σε πολλές ενεργειακές κοινότητες πριν ακόμη ξεκινήσουν ουσιαστικά να λειτουργούν. Η Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πήρε παραδείγματα από τέσσερις χώρες (Κάτω Χώρες, Ιταλία, Πολωνία, Ρουμανία), όπου οι ενεργειακοί συνεταιρισμοί ανέφεραν μέσους χρόνους σύνδεσης στο δίκτυο που αγγίζουν τα δύο έτη. Να σημειώσουμε δε, ότι αυτές οι χωρες επιλέχθηκαν ακριβώς επειδή είναι αρκετά «προχωρημένες» σε επίπεδο ενεργειακών κοινοτήτων. Έτσι, στις Κατω Χώρες αναφέρεται αναμονή κατά μέσο όρο 1.000 ημερών (περίπου 3 έτη) για να συνδεθούν στο δίκτυο, ενώ ένας διαχειριστής δικτύου ανέφερε αύξηση 33% στο μέσο χρόνο σύνδεσης, δηλαδή από 210 σε 280 ημέρες μεταξύ 2020 και 2024.
Η πραγματικότητα των Ενεργειακών Κοινοτήτων στην Ελλάδα
Βεβαίως, ούτε στην Ελλάδα τα πράγματα πήγαν ακριβώς όπως αναμενόταν. Στην τελευταία απογραφή του GreenTank, μετρήθηκαν 1.747 ενεργές Ενεργειακές Κοινότητες, εκ των οποίων έχει ηλεκτριστεί μόλις το 25%, ενώ η πλειονότητά τους αφορά εμπορικά έργα ΑΠΕ και όχι έργα καταπολέμησης της ενεργειακής φτώχειας ή ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής. Αναφορικά με το πλήθος των Ε.Κ. η Ελλάδα «σκοράρει» ψηλότερα από κάθε άλλη σχεδόν χώρα της Ε.Ε. Για να γίνει κατανοητή η τάξη μεγέθους αξίζει να αναφέρουμε ότι η Κροατία διαθέτει 3 Ε.Κ., ενώ η Ιταλία (με το παρεμφερές κλίμα) περίπου 500.
Κι όμως, παρότι πρώτοι σε πλήθος, οι Έλληνες ακόμα υστερούμε σε τεχνολογία. Ένα απ΄τα βασικά στοιχεία για την ομαλή και- βασικά – διαφανή λειτουργία των ΕΚ είναι η ύπαρξη έξυπνων μετρητών που παρέχουν τη δυνατότητα της σαφούς καταγραφής των ενεργειακών αναγκών και καταναλώσεων των μελών της κοινότητας, και ταυτόχρονα αποτελούν το κλειδί της απεμπλοκής των Ε.Κ. από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας.
Στη χώρα μας μόλις πέρσι ξεκίνησε το πρώτο roll-out έξυπνων μετρητών, με την συνεργασία της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του ΔΕΔΔΗΕ. Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία σήμερα οι εγκατεστημένοι έξυπνοι μετρητές φτάνουν τα 1,3 εκατ., ενώ αναμένεται μέχρι το τέλος της χρονιάς ο ΔΕΔΔΗΕ να προσφέρει πιστοποιημένα στοιχεία μέτρησης για συνολικά 2,3 εκατ. μετρητές. Βεβαίως, να σημειώσουμε ότι προτεραιότητα έχει δοθεί στους μεγάλους καταναλωτές και όχι φυσικά στα συνεταιρικά σχήματα των ενεργειακών κοινοτήτων.
Η υπόσχεση της ενεργειακής Δημοκρατίας
Τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά και η ελληνική πραγματικότητα δείχνουν σαφώς ότι οι ενεργειακές κοινότητες εξακολουθούν να κινούνται ανάμεσα σε μια μεγάλη υπόσχεση και μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Η ιδέα της συμμετοχικής, αποκεντρωμένης ενέργειας παραμένει ελκυστική, αν όμως η Ευρώπη θέλει πράγματι να μετατρέψει τους πολίτες σε ενεργούς και ανεξάρτητους παραγωγούς ενέργειας, τότε καλείται να δράσει…εχθές! Διαφορετικά, ο θησαυρός των ενεργειακών κοινοτήτων θα συνεχίσει να αποδεικνύεται άνθρακας και στην επόμενη έκθεση των ευρωπαίων ελεγκτών.
