Διαχειρίσιμες θα είναι οι επιπτώσεις στην περιφερειακή και παγκόσμια οικονομία από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τη Scope Ratings, μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ελεγχόμενη και περιορισμένη χρονικά.
Η βασική πηγή κινδύνου για την Ευρώπη εντοπίζεται στην ενεργειακή αγορά, καθώς η περιοχή εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η ανάλυση του οίκου δείχνει ότι η ενεργειακή δομή των οικονομιών δημιουργεί σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς την έκθεση στον κίνδυνο. Κράτη με υψηλή συμμετοχή ορυκτών καυσίμων στο ενεργειακό τους μείγμα και μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές είναι περισσότερο ευάλωτα σε παρατεταμένες αυξήσεις των τιμών ενέργειας. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται η Ελλάδα και η Κύπρος.
Η ενεργειακή εξάρτηση των δύο οικονομιών από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη σημασία των εισαγωγών LNG για την κάλυψη της ζήτησης, συνδέει άμεσα την ενεργειακή τους ασφάλεια με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
Να σημειωθεί ότι η BlackRock έχει προσδιορίσει την έννοια σύντομος πόλεμος στις 14 ημέρες από την έναρξη, που συνεπάγεται ότι απομένουν 6 μέρες ακόμη μετά ο αντίκτυπος να περάσει από τον βραχύβιο χαρακτήρα στον πιο συστημικό και να καταστεί τμήμα της σταθερής εξίσωσης στη διαμόρφωση των τιμών.
Η διάρκεια της σύγκρουσης καθορίζει τις επιπτώσεις
Η Scope εκτιμά ότι οι οικονομικές, δημοσιονομικές και πιστοληπτικές συνέπειες του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της σύγκρουσης, την πιθανότητα επέκτασης στην ευρύτερη περιοχή και την ανθεκτικότητα των επιμέρους οικονομιών.
Σε ένα σενάριο σύντομης και περιορισμένης στρατιωτικής αντιπαράθεσης, οι μακροοικονομικές συνέπειες θα παραμείνουν διαχειρίσιμες για τις χώρες που αξιολογεί ο οίκος. Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις εκτιμάται ότι θα αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας ως προσωρινό φαινόμενο.
Σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης με ευρύτερη περιφερειακή διάσταση, οι επιπτώσεις θα είναι εντονότερες για οικονομίες που βρίσκονται κοντά στο θέατρο των επιχειρήσεων, για χώρες που εξαρτώνται από ενεργειακές αλυσίδες της Μέσης Ανατολής και για κράτη με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια να απορροφήσουν τις συνέπειες υψηλότερου πληθωρισμού και χαμηλότερης ανάπτυξης.
Μεταξύ των χωρών που αξιολογεί η Scope, οι άμεσα εμπλεκόμενες είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες με αξιολόγηση AA- και σταθερό outlook και η Τουρκία με αξιολόγηση BB- και σταθερό outlook.
Η Μέση Ανατολή στο κέντρο των ενεργειακών ροών
Η γεωγραφία των ενεργειακών μεταφορών καθιστά τη Μέση Ανατολή κρίσιμο κόμβο για την παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Παρότι το Ιράν αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 5% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου, περισσότερο από το 30% των θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Από τον συγκεκριμένο διάδρομο μεταφέρονται εξαγωγές από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ και το Κουβέιτ.
Στην αγορά φυσικού αερίου η σημασία της περιοχής είναι επίσης μεγάλη. Περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου υγροποιημένου φυσικού αερίου προέρχεται από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μια παρατεταμένη διαταραχή στις εξαγωγικές εγκαταστάσεις ή στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικό σοκ προσφοράς στις ενεργειακές αγορές και να οδηγήσει σε άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή εξάρτηση
Η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη κυρίως μέσω των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων. Οι εισαγωγές LNG έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία μετά τη μείωση των ροών ρωσικού φυσικού αερίου.
Τα αποθέματα φυσικού αερίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκονται περίπου στο 30% της συνολικής χωρητικότητας αποθήκευσης, έναντι 38% την ίδια περίοδο πέρυσι. Η μείωση της ζήτησης καθώς ολοκληρώνεται η χειμερινή περίοδος περιορίζει τον άμεσο κίνδυνο ενεργειακής έλλειψης.
Η ενεργειακή διαφοροποίηση έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά το 2022, ενώ ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη βρισκόταν στο 1,9% τον Φεβρουάριο του 2026, κοντά στον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η Scope θεωρεί απίθανο οι τιμές φυσικού αερίου στην αγορά TTF να επιστρέψουν στα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022, όταν είχαν φτάσει κατά μέσο όρο τα 133 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Το 2025 η μέση τιμή διαμορφώθηκε περίπου στα 36 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Το σενάριο ενεργειακού σοκ
Ο οίκος εξετάζει ένα δυσμενές σενάριο στο οποίο περίπου το ένα τρίτο των ενεργειακών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ διαταράσσεται για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη θα μπορούσαν να κινηθούν κοντά στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα και οι τιμές πετρελαίου να φτάσουν περίπου τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ένα τέτοιο ενεργειακό σοκ θα αύξανε τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη κατά περίπου 1,25 ποσοστιαίες μονάδες μεσοπρόθεσμα και θα μείωνε την οικονομική ανάπτυξη κατά περίπου 0,75 ποσοστιαίες μονάδες.
Η επίδραση θα ήταν σημαντικά μικρότερη από την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Η κρίση εκείνη αύξησε τον πληθωρισμό περίπου κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες και μείωσε την ανάπτυξη κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις προπολεμικές προβλέψεις.
Η ενεργειακή ένταση της ευρωπαϊκής οικονομίας έχει μειωθεί περίπου κατά 25% από τότε, περιορίζοντας τον αντίκτυπο των ενεργειακών διαταραχών στην οικονομική δραστηριότητα.
Ελλάδα και Κύπρος μεταξύ των πιο εκτεθειμένων οικονομιών
Η Scope επισημαίνει ότι περίπου το 20% των εισαγωγών πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προέρχεται από χώρες της Μέσης Ανατολής που επηρεάζονται από τη σύγκρουση.
Στο εσωτερικό της Ευρώπης, αρκετές οικονομίες εμφανίζουν υψηλή εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο στο ενεργειακό τους μείγμα. Σε αυτή την ομάδα περιλαμβάνονται η Μάλτα, η Κύπρος, η Ιρλανδία, η Ολλανδία και η Ελλάδα.
Σε αυτές τις χώρες περίπου το 80% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης βασίζεται σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Όταν συνυπολογιστεί η ενεργειακή ένταση της οικονομίας, η Κύπρος και η Ελλάδα εμφανίζονται μεταξύ των πιο ευάλωτων οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση παρατεταμένης αύξησης των τιμών ενέργειας. Στην ίδια κατηγορία κινδύνου εντάσσονται και χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως η Πολωνία και η Βουλγαρία.
LNG και ενεργειακή ασφάλεια
Η ενεργειακή έκθεση της Ελλάδας και της Κύπρου συνδέεται άμεσα με την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ιδιαίτερα από το LNG.
Η Ελλάδα έχει αυξήσει σημαντικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου μετά τη μείωση των ρωσικών ροών. Ο τερματικός σταθμός της Ρεβυθούσας και η ανάπτυξη πλωτών μονάδων επαναεριοποίησης έχουν ενισχύσει τη διαφοροποίηση των προμηθειών.
Παρά τη διαφοροποίηση των προμηθευτών, το LNG παραμένει άμεσα συνδεδεμένο με τις διεθνείς αγορές και τις θαλάσσιες ενεργειακές ροές. Γεωπολιτικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την προσφορά και τις τιμές.
Η Κύπρος εμφανίζει ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα, ενώ η ηλεκτροπαραγωγή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο. Σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης ανόδου των τιμών ενέργειας, οι επιπτώσεις θα μεταφερθούν άμεσα στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, στον πληθωρισμό και στην οικονομική δραστηριότητα.
Η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζουν διαφορετικό προφίλ έκθεσης. Η αμερικανική οικονομία είναι ενεργειακά αυτάρκης και αποτελεί εξαγωγέα LNG.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να ενισχύσει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας. Η Scope επισημαίνει ωστόσο ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να αυξήσει τις δημοσιονομικές πιέσεις μέσω υψηλότερων στρατιωτικών δαπανών και να ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις στο κόστος ζωής.
Η πολιτική διάσταση είναι επίσης σημαντική. Η δημόσια υποστήριξη για τον πόλεμο παραμένει περιορισμένη και στρατιωτικές επιχειρήσεις που διαρκούν περισσότερο από 60 ημέρες απαιτούν έγκριση από το Κογκρέσο, γεγονός που μπορεί να μετατρέψει τη σύγκρουση σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.






























