Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν προς το παρόν δεν αναμένεται να προκαλέσει άμεσο, γενικευμένο σοκ στην πιστοληπτική εικόνα των κρατών, όμως η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης θα κρίνουν το μέγεθος των οικονομικών και δημοσιονομικών επιπτώσεων.
Αυτό σημειώνει η Scope Ratings, επισημαίνοντας ότι σε ένα σενάριο σύντομης και «σχετικά περιορισμένης» στρατιωτικής αντιπαράθεσης, οι μακροοικονομικές συνέπειες θα είναι διαχειρίσιμες και οι κεντρικές τράπεζες πιθανότατα θα επιλέξουν να «κοιτάξουν μέσα από» τις προσωρινές πληθωριστικές πιέσεις.
Το ρίσκο αλλάζει ποιοτικά αν η στρατιωτική επιχείρηση εξελιχθεί σε παρατεταμένη και ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τη Scope, πιο εκτεθειμένες είναι: (α) χώρες που εμπλέκονται άμεσα ή βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στις επιχειρήσεις, (β) οικονομίες με υψηλή έκθεση στις διεθνείς και μεσανατολικές αλυσίδες εφοδιασμού πετρελαίου και φυσικού αερίου και (γ) κράτη με περιορισμένα δημοσιονομικά «μαξιλάρια» για να απορροφήσουν το κοινωνικό και οικονομικό κόστος στασιμοπληθωριστικών πιέσεων.
Ο κρίσιμος κόμβος του Ορμούζ και ο κίνδυνος «αρνητικού σοκ προσφοράς»
Παρότι το Ιράν αντιστοιχεί σε μικρό ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου (κάτω από 5%), η Scope υπογραμμίζει ότι το συστημικό ρίσκο προκύπτει από τα δρομολόγια και τις υποδομές: πάνω από 30% των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου περνούν από τα Στενά του Ορμούζ, συμπεριλαμβανομένων εξαγωγών από τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Ιράκ και το Κουβέιτ. Παράλληλα, περίπου το 20% του εμπορεύσιμου LNG προέρχεται από το Κατάρ και τα ΗΑΕ.
Κατά τη Scope, μια παρατεταμένη διαταραχή σε εξαγωγικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές ή στη διέλευση από το Ορμούζ, σε συνδυασμό με αυξημένη αστάθεια στην περιοχή, θα μπορούσε να πυροδοτήσει ένα αρνητικό σοκ προσφοράς, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου – με πιθανές συνέπειες στην ανάπτυξη, στα δημόσια οικονομικά και ακόμη και στην πολιτική σταθερότητα διεθνώς.
Ευρώπη: Η ευαλωτότητα περνά από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων
Η Scope θεωρεί ότι η Ευρώπη είναι καλύτερα προετοιμασμένη σε σχέση με την αρχή του πολέμου στην Ουκρανία, λόγω πιο διαφοροποιημένων πηγών ενέργειας και χαμηλότερης ενεργειακής έντασης. Ωστόσο, η εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα -ιδίως LNG- διατηρεί την ήπειρο εκτεθειμένη σε παρατεταμένες αναταράξεις τιμών και προσφοράς.
Η εικόνα της αγοράς αερίου παραμένει εύθραυστη: τα ευρωπαϊκά αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 30% της χωρητικότητας (έναντι 38% την ίδια περίοδο πέρυσι), αν και η εποχική ζήτηση αναμένεται να μειώνεται καθώς τελειώνει ο χειμώνας. Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν κοντά στον στόχο της ΕΚΤ (1,9% τον Φεβρουάριο 2026), στοιχείο που -κατά τη Scope- περιορίζει την πιθανότητα επιστροφής του TTF στα ακραία επίπεδα του 2022 (μέσος όρος 133 ευρώ/MWh), όταν το 2025 ο μέσος όρος ήταν 36 ευρώ/MWh.
Παρόλα αυτά, ένα σενάριο παρατεταμένα υψηλών τιμών -TTF κοντά στα 50 ευρώ/MWh και πετρέλαιο περίπου στα 100 δολάρια/βαρέλι- θα είχε, σύμφωνα με εκτιμήσεις της ΕΚΤ που παραθέτει η Scope, μετρήσιμες επιπτώσεις: αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη κατά περίπου 1,25 ποσοστιαίες μονάδες μεσοπρόθεσμα και επιβράδυνση της ανάπτυξης κατά περίπου 0,75 ποσοστιαίες μονάδες, ενδεχομένως καθυστερώντας τον ρυθμό χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.
Η Scope υπογραμμίζει ότι, ακόμη και σε αυτό το δυσμενές σενάριο, η επίπτωση θα ήταν σαφώς ηπιότερη σε σχέση με το σοκ της Ουκρανίας, το οποίο είχε οδηγήσει σε άνοδο του πληθωρισμού κατά περίπου 10 ποσοστιαίες μονάδες και σε μείωση της ανάπτυξης κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες έναντι της προπολεμικής γραμμής βάσης. Από τότε, η ενεργειακή ένταση της Ευρώπης έχει μειωθεί κατά περίπου 25%, περιορίζοντας την ευαισθησία της οικονομίας σε μελλοντικά ενεργειακά σοκ.
Ελλάδα και Κύπρος: Υψηλή εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, περίπου το 20% των εισαγωγών πετρελαίου και πετρελαιοειδών προέρχεται από χώρες της Μέσης Ανατολής που επηρεάζονται άμεσα από την παρούσα σύγκρουση, σημειώνει η Scope. Η ευαλωτότητα όμως διαφοροποιείται έντονα μεταξύ κρατών λόγω του ενεργειακού μίγματος.
Η Scope κατατάσσει μεταξύ των χωρών με ιδιαίτερα υψηλή εξάρτηση από πετρέλαιο και φυσικό αέριο -περίπου 80% του συνολικού ενεργειακού μίγματος- τη Μάλτα, την Κύπρο, την Ιρλανδία, την Ολλανδία και την Ελλάδα. Όταν μάλιστα συνυπολογίζεται και η «ενεργειακή εξάρτηση» της οικονομικής δραστηριότητας (δηλαδή πόσο έντονα στηρίζεται η παραγωγή σε ορυκτά καύσιμα), οι πιο ευάλωτες σε μια παρατεταμένη άνοδο των τιμών πετρελαίου και αερίου είναι η Κύπρος και η Ελλάδα, μαζί με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όπως η Πολωνία και η Βουλγαρία.
Μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ, η Scope σημειώνει ότι Ιταλία, Ισπανία και Γερμανία έχουν παρόμοιες εκθέσεις λόγω μίγματος και ενεργειακής έντασης, ενώ η Γαλλία εμφανίζεται λιγότερο εκτεθειμένη χάρη στον μεγάλο πυρηνικό της στόλο. Ωστόσο, το περιθώριο δημοσιονομικής αντίδρασης διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα, κάτι που αντανακλάται και στις αξιολογήσεις της Scope.
ΗΠΑ: Όχι ενεργειακό έλλειμμα, αλλά πολιτικό και δημοσιονομικό κόστος
Για τις ΗΠΑ, η Scope υπογραμμίζει ότι η εικόνα είναι διαφορετική: η χώρα είναι ενεργειακά αυτάρκης και εξαγωγέας LNG, άρα υψηλότερες τιμές ενέργειας μπορούν να στηρίξουν το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το βασικό κανάλι πίεσης είναι η «προσιτότητα» για τα νοικοκυριά, καθώς η άνοδος τιμών θα ενισχύσει το κόστος ζωής σε μια συγκυρία όπου ο πληθωρισμός ήδη δέχεται ανοδικές πιέσεις από υψηλότερους δασμούς.
Παράλληλα, μια παρατεταμένη σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση στρατιωτικών δαπανών και να εντείνει τις δημοσιονομικές πιέσεις, σε μια στιγμή που υπάρχει αβεβαιότητα για τα έσοδα από δασμούς μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά της νομικής βάσης των «Liberation Day» δασμών που είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο.
Στο πολιτικό επίπεδο, η Scope εκτιμά ότι οι κίνδυνοι αυξάνονται: η δημόσια στήριξη στον πόλεμο παραμένει χαμηλή και στρατιωτικές επιχειρήσεις που διαρκούν πάνω από 60 ημέρες απαιτούν έγκριση από το Κογκρέσο. Έτσι, μια παρατεταμένη επιχείρηση κατά του Ιράν είναι πιθανό να πολιτικοποιηθεί έντονα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
