Η κινεζική κυβέρνηση ζήτησε από τους μεγαλύτερους διυλιστές της χώρας να αναστείλουν τις εξαγωγές ντίζελ και βενζίνης, καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης στον Περσικό Κόλπο διαταράσσει τις εισαγωγές αργού από μία από τις πιο κρίσιμες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές του κόσμου.
Η κίνηση, μόλις έξι ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου, δείχνει πώς η ενεργειακή ανασφάλεια μετατρέπεται σε άμεσο αντανακλαστικό πολιτικής σε ολόκληρη την Ασία: πρώτα η εσωτερική επάρκεια, μετά η εξωτερική αγορά. Και αυτό έχει σημασία ακόμη κι αν η Κίνα δεν είναι ο βασικός προμηθευτής καυσίμων προς τη Μέση Ανατολή, αφού το τεράστιο διυλιστικό της σύστημα είναι κυρίως προσανατολισμένο στην εγχώρια ζήτηση.
Σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις, στελέχη της Εθνικής Επιτροπής Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων (NDRC) ζήτησαν μια προσωρινή παύση αποστολών προϊόντων διύλισης, με άμεση εφαρμογή. Στο ίδιο πλαίσιο, οι διυλιστές ενημερώθηκαν να μην υπογράφουν νέα συμβόλαια και να διαπραγματευτούν ακυρώσεις για φορτία που είχαν ήδη συμφωνηθεί.
Υπάρχουν, ωστόσο, “παράθυρα” στη γραμμή αυτή. Εξαίρεση προβλέπεται για καύσιμα αεροπορίας και ναυτιλιακά καύσιμα που βρίσκονται σε καθεστώς bonded storage, καθώς και για προμήθειες προς το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο.
Στην πράξη, το μέτρο δεν είναι απλώς μια έκτακτη απαγόρευση. Είναι ενεργοποίηση ενός εργαλείου που το Πεκίνο χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια: οι εξαγωγές βενζίνης, ντίζελ και jet fuel δεν είναι ποτέ εντελώς “ελεύθερες”, αλλά ρυθμίζονται μέσω ποσοστώσεων, τις οποίες κατανέμει το κράτος σε συγκεκριμένους παίκτες. Αυτό επιτρέπει στην κυβέρνηση να αυξομειώνει ροές ανάλογα με τις συνθήκες, εξισορροπώντας εσωτερική προσφορά και ζήτηση και παρεμβαίνοντας όταν το εξωτερικό περιβάλλον γίνεται ασταθές.
Σε αυτή τη λίστα των τακτικών δικαιούχων ποσοστώσεων περιλαμβάνονται οι PetroChina, Sinopec, CNOOC, Sinochem και η ιδιωτική Zhejiang Petrochemical, χωρίς να υπάρχει άμεσο σχόλιο από τις εταιρείες, όπως και από την NDRC. Την ίδια ώρα, ο έλεγχος δεν “πιάνει” με τον ίδιο τρόπο τα πετροχημικά (όπως polyethylene, paraxylene και άλλες πρώτες ύλες), που συνήθως δεν υπάγονται στο ίδιο πάγιο πλαφόν ποσοστώσεων.
Το timing δεν είναι τυχαίο. Από το 2022 και μετά, με την ανατροπή του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, οι κινεζικές αρχές έχουν συχνά μειώσει ή καθυστερήσει ποσοστώσεις, οδηγώντας σε χαμηλότερες αποστολές. Κάποιοι αναλυτές το διάβασαν τότε ως προτεραιοποίηση εσωτερικής σταθερότητας και ενεργειακής ασφάλειας σε περιβάλλον υψηλής γεωπολιτικής μεταβλητότητας. Το ίδιο μοτίβο επανεμφανίζεται τώρα, αλλά με ακόμη πιο σκληρό εξωτερικό σοκ.
Καθώς, σύμφωνα με το κείμενο, σχεδόν κανένα πετρέλαιο ή καύσιμο δεν βγαίνει από τον Περσικό Κόλπο μετά τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις του Σαββατοκύριακου, διυλιστές σε όλη την Ασία αρχίζουν να κόβουν ρυθμούς λειτουργίας και να αναστέλλουν εξαγωγές, από την Ιαπωνία έως την Ινδονησία και την Ινδία. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εξαγωγές παύουν να είναι εμπορική επιλογή και γίνονται πολιτικό ρίσκο.
Για την Κίνα, το δίλημμα είναι οικείο: έχει κινηθεί τα τελευταία χρόνια για να διαφοροποιήσει τις προμήθειες υδρογονανθράκων, αλλά εξακολουθεί να λαμβάνει κοντά στο μισό των εισαγωγών πετρελαίου από τον Κόλπο, συμπεριλαμβανομένων σχεδόν όλων των ιρανικών αποστολών. Όταν ο βασικός διάδρομος τροφοδοσίας γίνεται αβέβαιος, το πρώτο αντανακλαστικό είναι να “δέσει” η εγχώρια αγορά. Και αυτό ακριβώς σηματοδοτεί η εντολή για πάγωμα εξαγωγών ντίζελ και βενζίνης.
