Διαβεβαιώσεις για την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας επιχεόιρησε να παράσχει ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου μιλώντας σε συνέδριο και εν μέσω ράλι στα ναύλα LNG και στα συμβόλαια του TTF.
Οι νέες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές έχουν πυροδοτήσει έντονη ανησυχία στις διεθνείς αγορές. Οι αναλυτές εξετάζουν πλέον σενάρια για άνοδο του πετρελαίου προς τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 100% σε Ευρώπη και Ασία μετά τη διακοπή παραγωγής LNG στο Κατάρ έπειτα από επίθεση του Ιράν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Ο ανταγωνισμός για φορτία φυσικού αερίου κλιμακώνεται καθώς το Κατάρ έχει διακόψει την πaραγωγή από τα κοιτάσματά του και η κυκλοφορία από το πέρασμα του Ορμούζ έχει σταματήσει,
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας επανέρχεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η εξάρτηση από συγκεκριμένες πηγές προμήθειας και από γεωπολιτικά ευάλωτες περιοχές παραμένει βασικός παράγοντας αστάθειας για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου δήλωσε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού. Όπως τόνισε, οι επενδύσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια σε υποδομές φυσικού αερίου, LNG και διασυνδέσεις έχουν δημιουργήσει ένα διαφοροποιημένο ενεργειακό σύστημα που επιτρέπει στη χώρα να διαχειρίζεται διεθνείς κρίσεις.
Οι επενδύσεις που άλλαξαν τον ρόλο της Ελλάδας
Ο υπουργός εξήγησε ότι η ελληνική στρατηγική διαφοροποίησης ξεκίνησε πριν από την ευρωπαϊκή ενεργειακή κρίση. Η Ελλάδα επένδυσε συστηματικά σε ενεργειακές υποδομές που ενίσχυσαν τη δυνατότητα προμήθειας φυσικού αερίου από διαφορετικές πηγές.
Μεταξύ των σημαντικότερων έργων που υλοποιήθηκαν περιλαμβάνονται ο αγωγός TAP, ο διασυνδετήριος αγωγός Ελλάδας – Βουλγαρίας (IGB) και υποδομές συμπίεσης φυσικού αερίου. Παράλληλα αναπτύχθηκαν υποδομές LNG που επιτρέπουν την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου από διαφορετικές αγορές.
Οι επενδύσεις αυτές, όπως σημείωσε, μετασχημάτισαν τον ενεργειακό ρόλο της χώρας. Μέχρι το 2019 η Ελλάδα εισήγαγε περίπου 6 έως 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, τα οποία καταναλώνονταν σχεδόν αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά.
Το 2024 οι εισαγωγές έφθασαν τα 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Από αυτά, περίπου 11 δισεκατομμύρια επανεξάγονται προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η διαφοροποίηση ως «νέος ενεργειακός ρεαλισμός»
Ο Σταύρος Παπασταύρου χαρακτήρισε τη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών «νέο ενεργειακό ρεαλισμό». Όπως εξήγησε, οι πρόσφατες εξελίξεις στις διεθνείς αγορές αποδεικνύουν ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν μπορεί να βασίζεται σε μία μόνο πηγή προμήθειας.
Η Ελλάδα έχει δημιουργήσει ένα ενεργειακό μίγμα που περιλαμβάνει φυσικό αέριο από διαφορετικές περιοχές, εισαγωγές LNG και αυξανόμενη συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Παράλληλα αναπτύσσονται ηλεκτρικές διασυνδέσεις με γειτονικές χώρες που ενισχύουν τη σταθερότητα του συστήματος.
Ο υπουργός σημείωσε ότι το ελληνικό ενεργειακό σύστημα σήμερα διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία και ανθεκτικότητα σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που μειώνει τους κινδύνους που προκύπτουν από διεθνείς κρίσεις.
Έρευνες υδρογονανθράκων
Στο πλαίσιο της στρατηγικής ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας, ο υπουργός αναφέρθηκε και στις πρωτοβουλίες για έρευνες υδρογονανθράκων. Όπως είπε, το ελληνικό κοινοβούλιο ξεκινά συζήτηση για νέες συμφωνίες με την Hellenic Energy σχετικά με την εξερεύνηση κοιτασμάτων.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στην προσπάθεια διερεύνησης της δυνατότητας η Ελλάδα να εξελιχθεί και σε παραγωγό φυσικού αερίου. Εάν επιβεβαιωθούν εμπορικά αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, η χώρα θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την ενεργειακή της αυτονομία.
Ο κάθετος ενεργειακός διάδρομος και η νέα γεωπολιτική διάσταση
Ο υπουργός αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία για τον λεγόμενο «κάθετο ενεργειακό διάδρομο» (Vertical Corridor), που αφορά τη μεταφορά LNG από την Ελλάδα προς τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία και την Ουγγαρία.
Η πρωτοβουλία αυτή αλλάζει τη γεωγραφία των ενεργειακών ροών στην Ευρώπη. Για δεκαετίες το φυσικό αέριο κινούνταν κυρίως από την Ανατολή προς τη Δύση. Με τον νέο διάδρομο δημιουργείται μια νέα κατεύθυνση μεταφοράς ενέργειας από τον Νότο προς τον Βορρά.
Ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι η στρατηγική αυτή έχει τη στήριξη τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. Στόχος είναι η σταδιακή αντικατάσταση των ρωσικών ενεργειακών προμηθειών που εξακολουθούν να καλύπτουν μέρος των αναγκών της περιοχής.
Σήμερα περίπου 16 έως 17 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθούν να εισέρχονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η ανάπτυξη νέων ενεργειακών υποδομών θεωρείται κρίσιμη για τη μείωση αυτής της εξάρτησης.
Επενδύσεις σε υποδομές αντικατάσταση του ρωσικού αερίου
Η αντικατάσταση των ρωσικών ενεργειακών προμηθειών απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης. Ο υπουργός τόνισε ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί περαιτέρω ανάπτυξη εγκαταστάσεων LNG και ενίσχυση των δικτύων μεταφοράς προς τα Βαλκάνια.
Αντίστοιχες επενδύσεις θα απαιτηθούν και στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, ώστε να δημιουργηθεί ένα πλήρως διασυνδεδεμένο ενεργειακό σύστημα στην περιοχή.
Η υλοποίηση αυτών των επενδύσεων προϋποθέτει σαφές ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει ότι το ρωσικό φυσικό αέριο δεν θα επανεισέλθει στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω εναλλακτικών διαδρομών.
Ο ρόλος της ελληνικής ναυτιλίας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο υπουργός και στη συμβολή της ελληνικής ναυτιλίας στη μεταφορά LNG. Όπως σημείωσε, ο ελληνικός στόλος μεταφέρει ήδη μεγάλο μέρος του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την Ευρώπη.
Εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι Έλληνες εφοπλιστές θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη μεταφορά των νέων ενεργειακών ροών, στηρίζοντας την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η ευρύτερη γεωοικονομική προοπτική
Ο υπουργός συνέδεσε την ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας με τις ευρύτερες αλλαγές στις παγκόσμιες εμπορικές διαδρομές. Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην ταχεία οικονομική ανάπτυξη της Ινδίας και στην αυξανόμενη σημασία των εμπορικών διαδρόμων που συνδέουν την Ινδία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει βασικό κόμβο αυτών των νέων διαδρομών, αξιοποιώντας τόσο τη γεωγραφική της θέση όσο και την ισχυρή ναυτιλιακή της παρουσία.
