Καθαρά κέρδη περίπου €1,26 δισ. κατέγραψε η Εθνική Τράπεζα το 2025, με κέρδη ανά μετοχή €1,38, με τη διοίκηση να προτείνει τη διανομή συνολικά 1 δισ. σε δύο διαφορετικές πράξεις,
Η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) ανέβηκε στο 15,5%, επιβεβαιώνοντας την υπέρβαση των στόχων της χρήσης και τη διατηρήσιμη κερδοφορία του ομίλου.
Η διοίκηση προτείνει διανομή 60% επί των κερδών (περίπου 700 εκατ.), καθώς και πρόσθετη διανομή €300 εκατ. εντός του 2026, υπό την αίρεση των εγκρίσεων.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση ανήλθε σε €3,5 δισ. (+10% σε ετήσια βάση), υπερβαίνοντας σημαντικά τον στόχο άνω των €2,5 δισ., με τα εξυπηρετούμενα δάνεια να διαμορφώνονται στα €37,0 δισ. στο τέλος Δεκεμβρίου 2025 . Η κεφαλαιακή βάση ενισχύθηκε περαιτέρω, με τον δείκτη CET1 στο 18,8% και τον συνολικό δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο 21,5% .
Παρά την ομαλοποίηση των επιτοκίων, η οποία επιβάρυνε το καθαρό έσοδο από τόκους, η τράπεζα διατήρησε ισχυρή οργανική δημιουργία κεφαλαίου, χαμηλό κόστος κινδύνου (40 μ.β.) και κορυφαία ποιότητα ενεργητικού με δείκτη NPE 2,4% και κάλυψη 106% .
Ανθεκτικά έσοδα και αύξηση προμηθειών
Τα καθαρά έσοδα από τόκους διαμορφώθηκαν σε €2,136 δισ., μειωμένα κατά 9,3% σε ετήσια βάση, απορροφώντας περίπου 190 μ.β. ομαλοποίησης επιτοκίων, με το περιθώριο (NIM) να παραμένει άνω των 280 μ.β. . Στο δ’ τρίμηνο σημειώθηκε οριακή αύξηση 1% σε τριμηνιαία βάση, ένδειξη σταθεροποίησης της τάσης.
Οι καθαρές προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 10% σε ετήσια βάση, με ισχυρή επίδοση στα επενδυτικά προϊόντα και αύξηση 70% στις σχετικές προμήθειες, στηριζόμενες σε επιτυχημένο cross selling και άνοδο των μεριδίων αγοράς στα αμοιβαία κεφάλαια. Τα έσοδα από trading και λοιπά ενισχύθηκαν σημαντικά, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση συνολικών εσόδων €2,784 δισ.
Τα λειτουργικά έξοδα ανήλθαν σε €949 εκατ., αυξημένα κατά 7,3%, λόγω επενδύσεων σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνολογία . Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε στο 34%, επίπεδο που παραμένει ανταγωνιστικό.
Ισχυρή πιστωτική επέκταση σε εταιρική και λιανική
Η καθαρή αύξηση δανείων €3,5 δισ. προήλθε κυρίως από την εταιρική τραπεζική, με αύξηση χαμηλών διψήφιων ποσοστών (+13%), και από ανάκαμψη της λιανικής (+€0,3 δισ., +3%). Οι εκταμιεύσεις διαμορφώθηκαν σε €9,7 δισ. για το σύνολο του έτους, με έμφαση σε ενέργεια, ΑΠΕ, τουρισμό, ναυτιλία, μεταποίηση και κατασκευές.
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά €2,0 δισ. σε €59,6 δισ., με το 81% να αφορά λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου, στοιχείο που διατηρεί το κόστος χρηματοδότησης σε χαμηλά επίπεδα (κόστος καταθέσεων κάτω από 30 μ.β.). Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις ανήλθε σε 66% και ο δείκτης LCR σε 236%, υπογραμμίζοντας την άνετη ρευστότητα.
Ποιότητα ενεργητικού: NPE 2,4% με κάλυψη 106%
Το απόθεμα μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων διαμορφώθηκε σε €0,9 δισ., με δείκτη NPE 2,4%. Το κόστος κινδύνου περιορίστηκε στις 40 μ.β., εντός καθοδήγησης, επιβεβαιώνοντας τις ήπιες συνθήκες πιστωτικού κινδύνου. Η κάλυψη NPE στο 106% παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα του ισολογισμού.
Κεφάλαια και διανομή
Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 18,8%, αυξημένος κατά 50 μ.β. σε ετήσια βάση, παρά την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη και τη σωρευτική πρόβλεψη για υψηλή διανομή . Ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας ανήλθε σε 21,5%, ενώ ο δείκτης MREL στο 29,2%, άνω της νέας απαίτησης 26,7% .
Η προτεινόμενη διανομή για το 2025 ανέρχεται σε 60% των κερδών (περίπου €0,7 δισ.), ενώ σχεδιάζεται πρόσθετη κεφαλαιακή διανομή €0,3 δισ. το 2026, ανεβάζοντας το συνολικό πακέτο σε €1 δισ. .
Στρατηγική και προοπτικές 2026–2028
Στο νέο επιχειρηματικό σχέδιο 2026–2028, η διοίκηση στοχεύει σε RoTE 17% έως το 2028, αύξηση δανείων άνω των €10 δισ. στην τριετία και CET1 κάτω του 16% στο τέλος της περιόδου, με ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα. Η επιτάχυνση ψηφιακού μετασχηματισμού, η σχεδόν ολοκληρωμένη μετάβαση στο νέο Core Banking System και η αξιοποίηση τεχνολογιών AI αποτελούν βασικούς άξονες ενίσχυσης παραγωγικότητας και εσόδων.
Η χρήση 2025 επιβεβαιώνει ότι η Εθνική Τράπεζα εισέρχεται στη νέα φάση κύκλου με ισχυρή κεφαλαιακή θέση, διευρυμένη πελατειακή βάση και ικανότητα διανομής κεφαλαίου, στηρίζοντας ταυτόχρονα την πιστωτική επέκταση της ελληνικής οικονομίας.
Δήλωση Παύλου Μυλωνά
«Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει ισχυρή ανάπτυξη παρά τη συνεχιζόμενη διεθνή μεταβλητότητα, στηριζόμενη σε ένα ολοένα και πιο διαφοροποιημένο μείγμα δραστηριοτήτων, με ενθαρρυντικά μεγαλύτερη συμβολή εξωστρεφών κλάδων. Οι ισχυρές επιδόσεις των επιχειρήσεων, η κορύφωση των δαπανών που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης το 2026 και η ευνοϊκή δημοσιονομική και νομισματική στήριξη διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για έτος ρεκόρ στις επενδύσεις, παράλληλα με ιστορικά υψηλά επίπεδα εισροών Άμεσων Ξένων Επενδύσεων και δραστηριότητας συγχωνεύσεων και εξαγορών. Οι παράγοντες αυτοί, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των ισολογισμών των νοικοκυριών, την ανατιμολόγηση των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων και τη διεύρυνση των επενδυτικών στρατηγικών του ιδιωτικού τομέα, αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω τη τραπεζική δραστηριότητα.
Τα αποτελέσματα του 2025 υπογραμμίζουν τη ραγδαία εξέλιξη του οργανισμού μας και το υποστηρικτικό περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας, τα οποία μας επέτρεψαν να επιτύχουμε με άνεση τους στρατηγικούς μας στόχους και να μετατρέψουμε τη δύναμη του ισολογισμού και την κεφαλαιακή υπεροχή σε ποιοτική κερδοφορία και ανάπτυξη. Ο Όμιλος κατέγραψε καθαρά κέρδη €1,3 δισ., που αντιστοιχούν σε κέρδη ανά μετοχή €1,38, ενώ η απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) διαμορφώθηκε σε 15,5%. Η επίδοση στηρίχθηκε σε ισχυρή δυναμική δανείων, με αύξηση €3,5 δισ. ή +10% σε ετήσια βάση, καθώς και σε διψήφια αύξηση προμηθειών, με αιχμή τα επενδυτικά προϊόντα. Η πειθαρχημένη διαχείριση κόστους ισορροπεί τον περιορισμό δαπανών με επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, με στόχο την παροχή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας.
Η κεφαλαιακή μας ισχύς μάς διαφοροποιεί, προσφέροντας ανθεκτικότητα και σημαντική στρατηγική ευελιξία. Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 18,8%, αυξημένος κατά 50 μονάδες βάσης σε ετήσια βάση, παρά την ισχυρή πιστωτική επέκταση και τη μεγαλύτερη διανομή κερδών στον κλάδο, επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή μας για ανώτερες αποδόσεις προς τους μετόχους.
Με βάση την ισχυρή αυτή επίδοση, η καθοδήγησή μας στο νέο επιχειρηματικό σχέδιο 2026–2028 αποτυπώνει την επόμενη φάση πειθαρχημένης ανάπτυξης και διατηρήσιμης δημιουργίας αξίας. Στοχεύουμε σε υψηλή και διατηρήσιμη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων, η οποία αναμένεται να φθάσει στο 17% το 2028, αξιοποιώντας τις ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες για επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης άνω των €10 δισ. στην επόμενη τριετία, σε συνδυασμό με διατηρήσιμη υψηλή μονοψήφια αύξηση προμηθειών. Η αύξηση της κερδοφορίας θα ενισχύσει τα κεφαλαιακά μας αποθέματα, στηρίζοντας οργανική ανάπτυξη και ισχυρές αποδόσεις προς τους μετόχους, ενώ το κεφαλαιακό μας πλάνο προβλέπει δείκτη CET1 κάτω του 16% το 2028, διατηρώντας επαρκή αποθέματα και στρατηγική ευελιξία.
Παραμένουμε προσηλωμένοι στη στήριξη της περαιτέρω ανάπτυξης και μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας, αξιοποιώντας τη χρηματοοικονομική μας ισχύ για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων και την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Η σχεδόν ολοκληρωμένη μετάβαση στο νέο Core Banking System αποτελεί ορόσημο στον πολυετή μετασχηματισμό μας, ενισχύοντας την ευελιξία, την αποδοτικότητα και την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα. Παράλληλα, οι επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό και ψηφιακές υποδομές αναδιαμορφώνουν το λειτουργικό μας μοντέλο, ενδυναμώνοντας τους ανθρώπους μας και επιταχύνοντας την καινοτομία, ώστε να προσφέρουμε υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Με σαφή στρατηγική κατεύθυνση και πειθαρχημένη εκτέλεση, είμαστε σε θέση να ενισχύσουμε τις σχέσεις με τους πελάτες μας, να αξιοποιήσουμε νέες ευκαιρίες και να δημιουργήσουμε διατηρήσιμη μακροπρόθεσμη αξία για τους μετόχους και την οικονομία.»
