Ένα μεγάλο κομμάτι του πλανήτη παραμένει ουσιαστικά εκτός του «χάρτη» των ξένων άμεσων επενδύσεων (ΑΞΕ) στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρά την ωρίμανση των καθαρών τεχνολογιών και τη διεθνή συναίνεση γύρω από την ενεργειακή μετάβαση.
Στοιχεία της fDi Markets δείχνουν ότι 41 χώρες δεν προσέλκυσαν κανένα έργο ΑΞΕ σε ΑΠΕ την περίοδο 2015-2025, ενώ άλλες 59 χώρες προσέλκυσαν λιγότερα από πέντε έργα στο ίδιο διάστημα.
Παρότι οι χώρες αυτές είναι γεωγραφικά και οικονομικά ετερογενείς, η εικόνα συγκλίνει σε τρεις ομάδες όπου οι ΑΠΕ «δεν πιάνουν» επενδυτικό σήμα: οικονομίες πλούσιες σε υδρογονάνθρακες, μικρά νησιωτικά κράτη (κυρίως σε Καραϊβική και Ειρηνικό) και μια κατηγορία «outliers» – αγορές που, παρά τις δεσμεύσεις για net zero, δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν την πολιτική ατζέντα σε ροές κεφαλαίων.
Outliers: Το παράδειγμα του Χονγκ Κονγκ
Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί το Χονγκ Κονγκ. Παρά το ότι λειτουργεί παραδοσιακά ως ισχυρός καταλύτης για ξένες επενδύσεις στην ανατολική Ασία, τα στοιχεία της fDi Markets καταγράφουν ότι από το 2015 η πόλη-κράτος προσέλκυσε 1.826 έργα ΑΞΕ συνολικά σε υπηρεσίες και δραστηριότητες όπως logistics, έδρες (headquarters) και R&D – αλλά μόλις ένα έργο ΑΞΕ στην “πράσινη” ενέργεια.
Η επενδυτική εικόνα συνδέεται με τη σημερινή ενεργειακή πραγματικότητα: σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), πετρέλαιο και φυσικό αέριο αντιστοιχούν στο 98,6% της ηλεκτροπαραγωγής του Χονγκ Κονγκ. Το κενό είναι ακόμη πιο έντονο αν ληφθεί υπόψη η δέσμευση για ανθρακική ουδετερότητα έως το 2050, όπου οι ΑΠΕ εμφανίζονται ως ένας από τους βασικούς πυλώνες.
Στη λίστα των «ακραίων» περιπτώσεων εμφανίζονται επίσης η Σλοβενία και η Ρουάντα: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για μεσαίου μεγέθους αποδέκτες ΑΞΕ που παράγουν μεγάλο μέρος του ηλεκτρισμού τους μέσω υδροηλεκτρικών, αλλά δεν έχουν καταφέρει να ενεργοποιήσουν διεθνείς επενδυτές για επέκταση της πράσινης ενεργειακής τους δυναμικότητας.
Χώρες υδρογονανθράκων: Οι ΑΠΕ ως δευτερεύουσα σκέψη
Η δεύτερη ομάδα είναι οι οικονομίες που βασίζονται σε πετρέλαιο και αέριο, όπου οι ΑΠΕ παραμένουν χαμηλά στην επενδυτική ιεράρχηση. Μεταξύ των χωρών που δεν προσέλκυσαν κανένα έργο ΑΞΕ σε ΑΠΕ από το 2015, αναφέρονται το Μπρουνέι στην Ασία-Ειρηνικό, το Κουβέιτ, η Συρία και το Σουδάν στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, καθώς και η Γουιάνα, η Βολιβία και η Βενεζουέλα στη Νότια Αμερική.
Για ορισμένες, η αδυναμία είναι γενικευμένη: η Βενεζουέλα και η Συρία έχουν αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες προσέλκυσης ΑΞΕ συνολικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενώ το Μπρουνέι παραμένει οικονομία έντονα προσανατολισμένη στο πετρέλαιο. Άλλες, όπως το Κουβέιτ, έχουν καταγράψει πρόοδο στη διαφοροποίηση με επενδύσεις σε υπηρεσίες και μεταποίηση, ωστόσο -σε αντίθεση με άλλες χώρες του Κόλπου- δεν έχουν ενσωματώσει ουσιαστικά τις ΑΠΕ στο ενεργειακό τους μείγμα, με την ηλεκτροπαραγωγή να βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε πετρέλαιο και αέριο.
Το Κουβέιτ στοχεύει να φτάσει τις ΑΠΕ στο 15% του μείγματος έως το 2030, με αναλυτές της Rystad να θεωρούν το 2035 ως «πιο ρεαλιστικό» ορίζοντα.
Μικρά νησιωτικά κράτη: Μεγάλο δυναμικό, μικρή χρηματοδότηση
Στην τρίτη ομάδα, τα νησιωτικά κράτη σε Ειρηνικό και Καραϊβική εμφανίζουν σημαντικό αναξιοποίητο δυναμικό, αλλά και εμπόδια: περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια και αδύναμες υποδομές μεταφοράς/διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Το παράδοξο είναι ότι ακόμη και ένας μικρός αριθμός έργων μπορεί να έχει δυσανάλογα μεγάλο αποτέλεσμα. Στη Δομινίκα, για παράδειγμα, το μοναδικό έργο ΑΞΕ σε ΑΠΕ από το 2015 αφορά την Ormat Technologies, η οποία ετοιμάζεται να ξεκινήσει εργασίες το 2026 για γεωθερμική μονάδα 10 MW – ισχύ που εκτιμάται ότι μπορεί να καλύψει το 60% των αναγκών της χώρας σε «βασικό φορτίο» (baseload).
Πέρα από το τεχνολογικό δυναμικό (ηλιακή, αιολική, γεωθερμία), κομβικός παράγοντας παραμένουν τα πολιτικά/ρυθμιστικά πλαίσια και η συνέπεια των δεσμεύσεων για net zero, που παραμένουν ανομοιόμορφες. Ενδεικτικά, το 2013 η Caribbean Community είχε θέσει στόχο 47% της περιφερειακής ενεργειακής προσφοράς από ΑΠΕ έως το 2027, ωστόσο οι προσπάθειες μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα.
Συνολικά, τα δεδομένα αναδεικνύουν ένα διπλό μήνυμα: στις αγορές με χαμηλή επενδυτική δραστηριότητα, οι ΑΠΕ μπορούν να αλλάξουν γρήγορα την εικόνα ακόμη και με λίγα έργα· στις αγορές με υψηλές εισροές κεφαλαίων, υπάρχει σαφές περιθώριο να ευθυγραμμιστούν καλύτερα οι χρηματοδοτικές δυνατότητες με τους κλιματικούς στόχους. Το ζητούμενο, όπως φαίνεται, δεν είναι μόνο η πολιτική φιλοδοξία – αλλά η μετατροπή της σε ώριμα projects, εργαλεία χρηματοδότησης και σταθερούς κανόνες που να «ξεκλειδώνουν» την επόμενη φάση των πράσινων ΑΞΕ.
