Με νέο παγκόσμιο δασμό 10% επιπλέον των υφιστάμενων, επικρίσεις για τα μέλη της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου και προαναγγελία εναλλακτικών οδεύσεων για τη διατήρηση των δασμών εν ισχύ, απάντησε ο Ντόναλντ Τραμπ στην βαριά ήττα που υπέστη από την απόφαση που χαρακτηρίζει αντισυνταγματικούς πολλούς από τους δασμούς που είχε επιβάλλει.
«Βαθιά απογοητευτική» χαρακτήρισε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που έκρινε παράνομους τους δασμούς που είχε επιβάλει με επίκληση έκτακτων εξουσιών.
Εμφανώς ενοχλημένος, εξαπέλυσε επίθεση κατά των δικαστών που τάχθηκαν κατά των δασμών του, υποστηρίζοντας ότι δεν θα έπρεπε να αποφανθούν εναντίον του, καθώς κέρδισε τις προεδρικές εκλογές. «Είναι πολύ αντιπατριωτικοί και ασύμβατοι με το Σύνταγμά μας», δήλωσε και πρόσθεσε ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του Δικαστηρίου», υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ευνοεί ξένα συμφέροντα.
Η αντιπαράθεση έχει πρόδηλα θεσμική διάσταση, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο αμφισβητεί την παντοδυναμία του προέδρου και την δυνατότητά του να κυβερνά με εκτελεστικές εντολές, παρακάμπτοντας κάθε έννοια κοινοβουλευτισμού. Ο Τραμπ όμως πήγε ένα βήμα παρακάτω, σε μια προσπάθεια να διατηρήσει το ακροατήριό του ζεστό επέλεξε την προσφιλή του οδό της συνομωσιολογίας, κάνοντας λόγο για επηρεασμό των δικαστών από ξένα συμφέροντα. Οποιαδήποτε κίνηση «ανταπόδοσης» απέναντι στο δικαστήριο θα συναντούσε ισχυρές αντιστάσεις στην Ουάσιγκτον, ωστόσο ο τόνος δείχνει πρόθεση δοκιμής ορίων.
«Ξένες χώρες είναι τόσο χαρούμενες», ανέφερε, προσθέτοντας ωστόσο ότι «δεν θα χορεύουν για πολύ». Και υποστήριξε ότι το Δικαστήριο «έχει επηρεαστεί από ξένα συμφέροντα».
Καταλήγοντας στις δηλώσεις του, ανακοίνωσε την επιβολή καθολικού δασμού 10% σε παγκόσμιο επίπεδο, επιπλέον των ήδη υφιστάμενων δασμών.
Δήλωσε ότι με άμεση ισχύ παραμένουν σε ισχύ όλοι οι δασμοί που έχουν επιβληθεί για λόγους εθνικής ασφάλειας βάσει του Αρθρου 301, ενώ προανήγγειλε την έναρξη σειράς νέων ερευνών στο πεδίο του εμπορίου.
Και πρόσθεσε: Δεν χρειάζομαι να ρωτήσω το Κογκρέσο για τους δασμούς.
Auditor’s note: Χτυπιέται σαν τρίχρονο
Η ακύρωση από το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε τον Τραμπ ενώπιον δύο επιλογών: αναδίπλωση ή κλιμάκωση. Η αντίδρασή του δείχνει καθαρά τη δεύτερη. Με τον νέο δασμό 10% βάσει του Άρθρου 122, με την επιβεβαίωση των Άρθρων 232 και 301 και με την επίκληση «ισχυρότερων» εξουσιών από το IEEPA, ο Λευκός Οίκος δείχνει ότι η εμπορική πολιτική θα παραμείνει πυρήνας της οικονομικής και γεωπολιτικής στρατηγικής του.Η προσέγγιση αυτή εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Ενισχύει την εικόνα προεδρικής ισχύος μετά από δικαστικό πλήγμα. Καθησυχάζει τη βάση ότι το δόγμα «America First» στο εμπόριο παραμένει ενεργό. Μετατρέπει τη νομική ήττα σε αφήγημα προσαρμογής και επέκτασης.
Ο κίνδυνος εδρεύει στη συσσώρευση δημοσιονομικής πίεσης και στη νομική αβεβαιότητα. Αν νέοι γύροι δικαστικών προσφυγών στοχεύσουν και τις εναλλακτικές εξουσίες, οι αγορές θα ενσωματώσουν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου. Αν οι επιστροφές δασμών διευρύνουν ουσιαστικά το έλλειμμα, η αγορά ομολόγων θα αντιδράσει αντίστοιχα.
Η ανάγνωση της διαφωνίας του Κάβανο δείχνει ένα ευρύτερο μοτίβο: ακόμη και μειοψηφικές νομικές θέσεις μπορούν να καθοδηγήσουν εκτελεστική δράση μετά από ήττα. Ο Λευκός Οίκος μετατρέπει την ακύρωση σε αφετηρία επέκτασης. Το αν αυτό συνιστά πραγματική «πυρηνική» κλιμάκωση ή τακτικό ελιγμό θα φανεί από τις αντιδράσεις δικαστηρίων, Κογκρέσου και αγορών τους επόμενους μήνες.
Τα plan b,c,d
Ο Τραμπ κατέστησε σαφές ότι δεν θα επιδιώξει λύση μέσω του Κογκρέσου. «Δεν χρειάζεται. Έχει ήδη εγκριθεί», απάντησε όταν ρωτήθηκε αν θα ζητήσει πρόσθετη νομοθετική δράση. Με δεδομένες τις οριακές κοινοβουλευτικές ισορροπίες και την ευαισθησία γύρω από το οικονομικό αποτύπωμα των δασμών, η νομοθετική οδός μοιάζει πολιτικά επισφαλής. Ο πρόεδρος ανακοίνωσε στροφή σε εναλλακτικές εξουσίες.
Δήλωσε ότι όλοι οι «δασμοί εθνικής ασφάλειας» βάσει του Άρθρου 232, καθώς και οι υφιστάμενοι δασμοί βάσει του Άρθρου 301, παραμένουν «σε πλήρη ισχύ». Πιο κρίσιμα, ανακοίνωσε την επιβολή νέου παγκόσμιου δασμού 10% βάσει του Άρθρου 122, επιπλέον των ήδη εφαρμοζόμενων δασμών. Παράλληλα, υποστήριξε ότι θα αξιοποιήσει νομοθετικά εργαλεία και εξουσίες «ακόμη ισχυρότερες» από εκείνες του IEEPA, ώστε να αντικαταστήσει το καθεστώς που ακυρώθηκε.
Η κίνηση αυτή συνιστά νομική αναδιάταξη. Αντί να υπερασπιστεί την ευρύτητα της εξουσίας του IEEPA, η διοίκηση επιδιώκει να διασπείρει το βάρος της πολιτικής σε πολλαπλές νομοθετικές βάσεις. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι είναι «γελοίο» να μπορεί, βάσει IEEPA, να επιβάλει εμπάργκο στο εμπόριο μιας χώρας, αλλά να μη δικαιούται να επιβάλει ούτε «ένα δολάριο» δασμών. Παρουσίασε έτσι την απόφαση ως εσωτερικά αντιφατική και τη διαφωνία του Κάβανο ως έμμεση παραδοχή ότι οι εκτελεστικές αρμοδιότητες στο εμπόριο παραμένουν ευρείες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι θα κινηθεί «σε ακόμη ισχυρότερη κατεύθυνση» στο πεδίο της εμπορικής πολιτικής, καταφεύγοντας σε άλλες λύσεις: «Θα χρησιμοποιηθούν εναλλακτικές για τους δασμούς – μπορεί να εισπράξουμε ακόμη περισσότερα χρήματα».
Υποστήριξε επίσης ότι έχει την εξουσία να «διακόψει όλο το εμπόριο με μια χώρα» και ότι «μπορεί να επιβάλει εμπάργκο», αλλά το δικαστήριο του απαγορεύει να επιβάλλει δασμούς.
«Μπορώ να κάνω οτιδήποτε θέλω να κάνω, αλλά δεν μπορώ να βάλω δασμούς», είπε με σκωπτική διάθεση.
Επικαλέστηκε τον Νόμο για την Επέκταση του Εμπορίου (Trade Expansion Act) καθώς και τον Νόμο περί Εμπορίου του 1974 και υποστήριξε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου «έκανε πιο ισχυρή» τη δυνατότητά του να επιβάλλει δασμούς, προσθέτοντας ότι τα έσοδα από αυτούς «θα αυξηθούν».
Μεγάλο χαστούκι
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει τους εκτεταμένους δασμούς που επέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος αποτελεί τη μεγαλύτερη θεσμική και πρακτική ανατροπή στην εμπορική πολιτική της διοίκησης Τραμπ από την έναρξη της δεύτερης θητείας της.
Με ψήφους 6-3, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρόεδρος υπερέβη την εξουσία του όταν χρησιμοποίησε τον νόμο του 1977 περί έκτακτων οικονομικών εξουσιών (IEEPA) για να επιβάλει δασμούς σε δεκάδες εμπορικούς εταίρους και σε ευρύ φάσμα προϊόντων.
Καταφύγιο στον Κάβανο
Ο Τραμπ έθεσε στο επίκεντρο το αιτιολογικό κείμενο της μειοψηφίας και συγκεκριμένα την εμπεριστατομένη άποψη του Πολ Κάβανο, σε μια προσπάθεια να δείξει ότι διαθέτει ερείσματα και δυνατότητες. Με την ανάδειξη της φράσης ότι η απόφαση «ενδέχεται να μην περιορίζει ουσιαστικά» τη δυνατότητα επιβολής δασμών στο μέλλον, ο Τραμπ επιχειρεί να επαναχαράξει το νομικό πεδίο. Στην πράξη, η μειοψηφική άποψη μετατρέπεται σε οδηγό.
Πρόκειται για γνωστή εκτελεστική τακτική: Ανάδειξη της μειοψηφίας ώστε να σταλεί μήνυμα ότι μελλοντικές προσφυγές μπορούν να πάρουν διαφορετική τροπή ή ότι πιο στενές νομικές ερμηνείες θα οδηγήσουν σε παρόμοιο αποτέλεσμα. Η ερμηνεία του προέδρου ότι μπορεί «να χρεώσει πολύ περισσότερα» αποκαλύπτει ότι αντιμετωπίζει τη διαφωνία όχι ως συμβολική στήριξη, αλλά ως δογματικό μοχλό.
Η αντίδραση των αγορών
Οι αγορές αξιολόγησαν την εξέλιξη με δύο διαφορετικά πρίσματα. Από τη μία, ο οικονομολόγος της JPMorgan Μάικλ Φερόλι εκτίμησε ότι έως και 200 δισ. δολάρια θα μπορούσαν να επιστραφούν σε επιχειρήσεις ως δασμοί. Αν αυτά περάσουν στους καταναλωτές, το θετικό σοκ στη δραστηριότητα θα είναι σημαντικό. Αν οι επιχειρήσεις κρατήσουν το ποσό, ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής θα είναι πιθανότατα μικρός.
Από την άλλη, η επιστροφή δασμών σημαίνει διεύρυνση του ελλείμματος. Η ίδια εκτίμηση τοποθετεί το φετινό δημοσιονομικό έλλειμμα περίπου στο 6,6% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα. Η απόφαση «αντήχησε» στην αγορά ομολόγων των 30 τρισ. δολαρίων ακριβώς λόγω αυτής της δυναμικής. Πρόσθετος δανεισμός για επιστροφές ή κάλυψη απώλειας εσόδων επιβαρύνει τις ανησυχίες σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού.
Η πτώση των ομολόγων αντανακλά αυτή την εξίσωση. Οι επενδυτές δείχνουν να εστιάζουν λιγότερο στο βραχυπρόθεσμο θετικό αποτέλεσμα για την κατανάλωση και περισσότερο στον δομικό δημοσιονομικό κίνδυνο. Η αδυναμία του δολαρίου λειτουργεί ως συμπληρωματικό σήμα επιφυλακτικότητας.
Ο αντίκτυπος στην πραγματική οικνομία
Οι αντιδράσεις των επιχειρηματιών ήταν κυρίως πραγματιστικές. Η Ένωση Κατασκευαστών Εξοπλισμού χαιρέτισε την απόφαση, επισημαίνοντας διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, καθυστερήσεις σε κεφαλαιουχικές επενδύσεις και περιορισμό της έρευνας και ανάπτυξης λόγω της αβεβαιότητας και του κόστους. Ο διευθυντής του λιμανιού του Λος Άντζελες, Τζιν Σερόκα, εκτίμησε ότι οι εισαγωγείς θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν οποιοδήποτε «παράθυρο» χαμηλότερων δασμών για να επιταχύνουν φορτία, αν και οι αργίες του Σεληνιακού Νέου Έτους στην Ασία ενδέχεται να καθυστερήσουν συνεννοήσεις με προμηθευτές.
Στο λιανεμπόριο, οι προσδοκίες για άμεσες μειώσεις τιμών παραμένουν περιορισμένες. Το απόθεμα που βρίσκεται ήδη στα ράφια έχει εισαχθεί με το προηγούμενο καθεστώς δασμών και οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να μειώσουν τιμές χωρίς να «γράψουν» ζημιές. Οι προσαρμογές, όπου υπάρξουν, απαιτούν μήνες για να περάσουν στην παραγωγή και στις εισαγωγές. Στελέχη εταιριών σημείωσαν ότι δεν έχει αποσαφηνιστεί ακόμη πώς θα λειτουργήσει στην πράξη το ζήτημα των επιστροφών.
Η ευρύτερη επίδραση στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορεί να αποδειχθεί ασύμμετρη. Αν οι επιχειρήσεις θεωρούν πιθανό ότι ο Τραμπ θα επαναφέρει δασμούς μέσω άλλων εξουσιών, θα κινηθούν προληπτικά για να εισαγάγουν όσο το δυνατόν περισσότερα προϊόντα τώρα. Αυτή η προσδοκία αρκεί για να δημιουργήσει νέα μεταβλητότητα στις ροές εμπορίου.
































