Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε ο καθαιρεθείς πρόεδρος της Νότιας Κορέας, Yoon Suk Yeol, αφού κρίθηκε ένοχος ως υποκινητής στάσης, με αφορμή την κήρυξη στρατιωτικού νόμου το 2024 που σόκαρε τη χώρα και πυροδότησε τη σοβαρότερη πολιτική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Σύμφωνα με το δικαστήριο, η επιβολή έκτακτου στρατιωτικού νόμου «υπονόμευσε τη συνταγματική τάξη», καθώς κινητοποιήθηκαν στρατιωτικές δυνάμεις σε προσπάθεια να αποκλειστεί η Εθνοσυνέλευση. Η απόφαση εκδόθηκε την Πέμπτη από το Κεντρικό Περιφερειακό Δικαστήριο της Σεούλ, ενώ οι εισαγγελείς είχαν ζητήσει ακόμη και τη θανατική ποινή, υποστηρίζοντας ότι ο Yoon συνιστούσε σοβαρή απειλή για το συνταγματικό πλαίσιο της χώρας.
Η υπόθεση θεωρείται από τις πιο περίπλοκες και καθοριστικές δικαστικές διαδικασίες που αφορούν πρώην πρόεδρο στη Νότια Κορέα και αντιμετωπίζεται ως τεστ για την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών. Το επεισόδιο έφερε μνήμες από τον Chun Doo-Hwan, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για απόπειρα πραξικοπήματος στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πριν τελικά του δοθεί χάρη.
Ο 65χρονος Yoon είχε παραπεμφθεί πέρυσι για στάση, μετά την αναστολή της πολιτικής διακυβέρνησης τον Δεκέμβριο της προηγούμενης χρονιάς. Το μέτρο είχε μικρή διάρκεια, αλλά οδήγησε στην παραπομπή του (impeachment) και στην πρώτη σύλληψη και απαγγελία κατηγοριών σε εν ενεργεία πρόεδρο στη χώρα.
Ο ίδιος αρνείται ότι παρανόμησε, λέγοντας ότι επρόκειτο για ύστατη προσπάθεια να αντιμετωπίσει, όπως ισχυρίστηκε, «φιλοβορειοκορεάτες» που επιχειρούσαν να παραλύσουν τη διοίκησή του. Στην τελευταία ακρόαση τον Ιανουάριο, ανέφερε ότι η δημόσια αντίδραση στην παραπομπή του τον έκανε να αισθανθεί πως το «σήμα συναγερμού» που εξέπεμψε είχε αποτέλεσμα.
Οι δικηγόροι του κατήγγειλαν την απόφαση ως πολιτικά υποκινούμενη και δήλωσαν ότι θα «παλέψουν μέχρι τέλους», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο έφεσης, η οποία θα εκδικαστεί σε ανώτερο δικαστήριο και μπορεί να απαιτήσει μήνες. Όπως υποστήριξε μέλος της υπεράσπισης, η ετυμηγορία καταλήγει σε συμπεράσματα «με υπόθεση πρόθεσης» και όχι με βάση γεγονότα που αποδεικνύονται από τα στοιχεία.
Πρώην κορυφαίος εισαγγελέας, ο Yoon είχε εκλεγεί με υπόσχεση να αναζωογονήσει την οικονομία μετά την πανδημία και να ακολουθήσει πιο σκληρή γραμμή απέναντι στη Βόρεια Κορέα και την Κίνα. Η επιλογή του, όμως, γύρισε μπούμερανγκ, επιτάχυνε την πτώση του και άνοιξε τον δρόμο για εκλογές, από τις οποίες επικράτησε τον Ιούνιο ο πιο προοδευτικός Lee Jae Myung.
Πριν από την απόφαση, ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Σεούλ, Park Won-ho, εκτίμησε ότι «ίσως 70% ή και περισσότερο» της κοινής γνώμης θεωρεί λανθασμένη την κήρυξη στρατιωτικού νόμου, προσθέτοντας ότι η απόδοση ευθύνης αποτελεί σημαντικό βήμα και πιθανόν να φέρει ένα αίσθημα κλεισίματος του κύκλου, ώστε να αρχίσει να αποκλιμακώνεται η ένταση.
Η ετυμηγορία μπορεί να δώσει στον Lee μεγαλύτερο περιθώριο να τρέξει την ατζέντα του, την ώρα που το βασικό κόμμα της αντιπολίτευσης, People Power Party, μετρά νέο πολιτικό κόστος από το επεισόδιο. Παράλληλα, ο Lee χρειάζεται διακομματική στήριξη για να αμβλύνει τον διχασμό και να θωρακίσει την εξαγωγική οικονομία απέναντι στις πιέσεις από τους δασμούς του Trump.
Αναλυτές σημειώνουν ότι η απόφαση και η ποινή δείχνουν πως η Νότια Κορέα διαθέτει θεσμούς που μπορούν να προστατεύσουν τη δημοκρατία. Την ίδια στιγμή, όμως, εντάσσεται και στο γνώριμο μοτίβο της χώρας, όπου πρόεδροι μίας θητείας συχνά ολοκληρώνουν την πολιτική τους διαδρομή υπό σκιά, σε έναν κύκλο που κρατά το κλίμα έντονα πολωμένο. Όπως σχολίασε ο Leif-Eric Easley του Ewha University στη Σεούλ, η θεσμική εξισορρόπηση του ρόλου της προεδρίας, η μεταρρύθμιση της γραφειοκρατίας και ένα κοινοβούλιο που λειτουργεί αποτελεσματικά απαιτούν ισχυρότερα κόμματα και λιγότερη κομματικοποίηση. Και, τελικά, μια δημοκρατία όπου οι ηγέτες δεν καταλήγουν να παραπέμπονται, να απομακρύνονται, να διώκονται και να καταδικάζονται σε ισόβια.
































