Ως work in progress και όχι success story σκιαγραφεί η Allianz την Ελλάδα στο Country Risk Atlas 2026, επισημαίνοντας τις επιτυχίες της, αλλά δίνοντας έμφαση στην ανάγκη διαρκών μεταρρυθμίσεων και θέτοντας τα προβλήματα της κουλτούρας πληωρμών και του Δημοσίου χρέους στο επίκεντρο.
Η Ελλάδα επιστρέφει σταθερά στον χάρτη των χωρών που θεωρούνται «ασφαλείς» για επιχειρηματική δραστηριότητα, σύμφωνα με το Allianz Country Risk Atlas 2026.
Η εικόνα που αποτυπώνει ο γερμανικός ασφαλιστικός και οικονομικός κολοσσός δεν είναι αυτή μιας οικονομίας που απλώς επιβίωσε από την κρίση, αλλά μιας χώρας που έχει περάσει σε φάση θεσμικής και χρηματοοικονομικής ωρίμανσης, έχοντας πλέον καταγράψει ισχυρή μεταπανδημική επίδοση και σταθερή μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η Allianz δεν αφήνει περιθώρια για θριαμβολογία. Παρά την πρόοδο, η Ελλάδα παραμένει μια οικονομία με «βαριά κληρονομιά» δημόσιου χρέους, υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό και ανάγκη διαρκούς προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της και να ανεβάσει το δυνητικό της προϊόν. Με άλλα λόγια, η χώρα έχει ανακτήσει την αξιοπιστία της, αλλά δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει πλήρη ανθεκτικότητα απέναντι σε έναν νέο κύκλο διεθνούς αστάθειας.
Η Allianz κατατάσσει την Ελλάδα σε κατηγορία χαμηλού κινδύνου για επιχειρήσεις (BB1 – Low risk), σημειώνει όμως ότι η πρόοδος αυτή είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και εξωτερικών στηριγμάτων, όπως τα ευρωπαϊκά κεφάλαια, τα οποία δεν θα είναι διαθέσιμα επ’ άπειρον.
Χαμηλός επιχειρηματικός κίνδυνος, αλλά με αστερίσκους
Στην έκδοση του 2026, η Allianz Research αξιολογεί την Ελλάδα ως χώρα χαμηλού κινδύνου για επιχειρήσεις, με rating BB1, γεγονός που την τοποθετεί σε μια κατηγορία σαφώς βελτιωμένη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Η κατάταξη αυτή δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά συνδέεται με ένα ευρύτερο πλέγμα δεικτών, όπως η δυναμική ανάπτυξης, η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η συμπεριφορά πληρωμών, η πολιτική σταθερότητα και το επιχειρηματικό περιβάλλον.
Στο προφίλ της χώρας, η Allianz καταγράφει ως βασικά δεδομένα:
Η Ελλάδα εμφανίζεται με ΑΕΠ USD 257,1 δισ. και πληθυσμό 10,4 εκατ., ενώ σημειώνεται ότι πρόκειται για κοινοβουλευτική δημοκρατία, με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη και επόμενες εκλογές το 2027.
Τα δυνατά σημεία
Το πιο ισχυρό μήνυμα της Allianz είναι ότι η Ελλάδα έχει πλέον καταγράψει μια συνεκτική και διατηρήσιμη ανάκαμψη, η οποία δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε έναν παράγοντα, αλλά σε ένα μείγμα επενδύσεων, τουρισμού και κατανάλωσης.
Η Allianz επισημαίνει ως κομβικά πλεονεκτήματα:
- τη σταθερή μεταπανδημική επίδοση,
- την ισχυρή ανάκαμψη μετά την κρίση χρέους,
- τα υγιέστερα δημόσια οικονομικά,
- και τη σαφή πτωτική πορεία του δείκτη χρέους/ΑΕΠ.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στον τραπεζικό τομέα, όπου η Allianz καταγράφει ενίσχυση του συστήματος με βασικό χαρακτηριστικό τη δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη βελτίωση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών.
Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο, διότι οι τράπεζες λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής οικονομικής σταθερότητας: όσο πιο υγιής είναι ο ισολογισμός τους, τόσο μεγαλύτερη η δυνατότητα χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, χωρίς τον φόβο νέας πιστωτικής κρίσης.
Επιπλέον, η Allianz αναγνωρίζει την σταθερή ευρωπαϊκή πολιτική κατεύθυνση της χώρας, χαρακτηρίζοντας την Ελλάδα ως κράτος με σαφή προσανατολισμό προς την Ευρώπη.
Αυτό δεν είναι μια τυπική πολιτική διαπίστωση. Στη γλώσσα των αξιολογήσεων, ο «φιλοευρωπαϊκός προσανατολισμός» λειτουργεί ως παράγοντας μείωσης κινδύνου, επειδή ενισχύει την προβλεψιμότητα, τη θεσμική συνέχεια και τη διατήρηση πρόσβασης σε ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Έρχεται φρενάρισμα
Η Allianz καταγράφει ότι το 2025 η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εκτίμηση +1,8% έναντι +1,4% σε πραγματικούς όρους.
Το σημείο αυτό έχει ισχυρό συμβολισμό: η Ελλάδα εμφανίζεται πλέον ως χώρα που δεν ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά σε ορισμένες περιόδους προηγείται.
Η ανάπτυξη, σύμφωνα με την Allianz, στηρίχθηκε σε τρεις βασικούς πυλώνες:
Πρώτον, στις επενδύσεις, οι οποίες ενισχύθηκαν από κεφάλαια του NGEU και από άμεσες ξένες επενδύσεις.
Δεύτερον, στην κυκλική ανάκαμψη της τουριστικής ζήτησης.
Τρίτον, στη συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, η οποία λειτουργεί ως θεσμικό υπόβαθρο σταθερότητας.
Η Allianz διατηρεί επιφυλάξεις για την προοπτική. Προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί σε μέσο όρο +1,5% το 2026–2027, υποδεικνύοντας μια πορεία επιβράδυνσης καθώς το «εύκολο» μέρος της ανάκαμψης εξαντλείται.
Η επενδυτική δυναμική και το αποτύπωμα του NGEU
Η έκθεση δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η ακαθάριστη πάγια κεφαλαιακή δημιουργία έφτασε στο 18% του ΑΕΠ, το υψηλότερο επίπεδο από το 2010.
Η Allianz καταγράφει επίσης ανοδικές αναθεωρήσεις επενδυτικών στοιχείων, με αύξηση 6% στο πρώτο εξάμηνο του 2025 και 5% για το 2024.
Σημαντικό στοιχείο αποτελεί η στήριξη από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Η Ελλάδα αναμένεται να κινητοποιήσει περίπου EUR 36 δισ. έως το 2026, γεγονός που ενισχύει την επενδυτική δραστηριότητα και την αναπτυξιακή δυναμική.
Τουρισμός
Η Allianz αναφέρει ότι η τουριστική περίοδος του 2025 κατέγραψε εξαιρετική δυναμική. Στους πρώτους εννέα μήνες της χρονιάς, τα έσοδα εκτιμώνται πάνω από EUR 20 δισ., αυξημένα κατά 9% σε σχέση με το 2024.
Ταυτόχρονα, η έκθεση επισημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει χώρα με υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό, τόσο σε όρους ΑΕΠ όσο και σε όρους απασχόλησης, γεγονός που διαμορφώνει αυξημένη ευαισθησία σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Αγορά εργασίας
Η Allianz καταγράφει σημαντική βελτίωση στην απασχόληση. Η ανεργία τον Οκτώβριο του 2025 διαμορφώθηκε στο 8,6%, κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα 17ετίας και σε επίπεδα αντίστοιχα της περιόδου πριν από την κρίση χρέους.
Τα προβλήματα
Η έκθεση διατηρεί σαφείς επισημάνσεις για τους βασικούς περιορισμούς της ελληνικής οικονομίας.
Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό και, σύμφωνα με την Allianz, θα παραμείνει πάνω από το όριο του 60% για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Allianz αναφέρει επίσης ότι η πιστωτική έκθεση του ιδιωτικού τομέα χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση και περαιτέρω ενίσχυση, παρά τη βελτίωση του τραπεζικού συστήματος.
Τέλος, υπογραμμίζεται η ανάγκη συνέχισης μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν της χώρας.






























