Τον ρόλο της φαρμακοβιομηχανίας ως βασικού πυλώνα της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας αναδεικνύει η EFPIA, προειδοποιώντας ότι χωρίς τη συμβολή του κλάδου το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ θα μετατρεπόταν από πλεόνασμα 147 δισ. ευρώ σε έλλειμμα 47 δισ. ευρώ. Το μήνυμα απευθύνεται ευθέως στους Ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι συναντώνται στο Βέλγιο με αντικείμενο την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα και το μέλλον της ενιαίας αγοράς.
Ο ερευνητικά προσανατολισμένος φαρμακευτικός κλάδος αποτελεί σήμερα έναν από τους ισχυρότερους μοχλούς βιομηχανικής Έρευνας και Ανάπτυξης στην Ευρώπη, με ετήσιες επενδύσεις 55 δισ. ευρώ και εξαγωγές που αγγίζουν τα 320 δισ. ευρώ. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο καθαρό συνεισφέροντα στο εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ, με συμβολή σχεδόν 30% υψηλότερη από το άθροισμα όλων των υπόλοιπων κλάδων. Όπως επιβεβαιώνει και πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ανάπτυξη της βιομηχανικής Ε&Α στην Ένωση καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από τον τομέα της υγείας.
Παρά τη στρατηγική του σημασία, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα όλο και πιο απαιτητικό περιβάλλον. Τα τελευταία 20 χρόνια, η Ευρώπη έχει χάσει περίπου το 25% του παγκόσμιου μεριδίου επενδύσεων στη φαρμακευτική καινοτομία. Την περίοδο 2010–2022, οι δαπάνες Ε&Α στην ΕΕ αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,4%, έναντι 5,5% στις ΗΠΑ και 20,7% στην Κίνα, αποτυπώνοντας τη σταδιακή μετατόπιση της επενδυτικής δυναμικής εκτός Ευρώπης.
Η έκθεση του Mario Draghi για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ το 2024 αναγνώρισε ρητά τη στρατηγική σημασία της φαρμακοβιομηχανίας, προειδοποιώντας ότι το μέλλον της στην Ευρώπη δεν είναι δεδομένο υπό συνθήκες εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού. Ωστόσο, όπως επισημαίνει η EFPIA, η πλειονότητα των συστάσεων παραμένει έως σήμερα ανεκπλήρωτη, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις επιτείνουν την αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η EFPIA καλεί τους Ευρωπαίους ηγέτες να διαμορφώσουν ένα συνεκτικό και ελκυστικό οικοσύστημα για τη φαρμακευτική καινοτομία, αξιοποιώντας τα διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής – από την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και το ρυθμιστικό πλαίσιο, έως το εμπόριο και τη χρηματοδότηση. Όπως επισημαίνεται, πρόσφατες νομοθετικές παρεμβάσεις διατήρησαν ρυθμιστικές δομές δεκαετιών, χάνοντας την ευκαιρία να ενισχύσουν ουσιαστικά τη διεθνή ανταγωνιστική θέση της Ευρώπης στις βιοεπιστήμες.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στους εθνικούς μηχανισμούς πρόσβασης και αποζημίωσης φαρμάκων. Η εκτεταμένη χρήση υποχρεωτικών επιστροφών σε περισσότερα από τα δύο τρίτα των κρατών-μελών έχει οδηγήσει σε σταθερή αύξηση της συμμετοχής της βιομηχανίας στη φαρμακευτική δαπάνη, από 15% σε 22%. Στην πράξη, η καινοτόμος φαρμακοβιομηχανία έχει επωμισθεί το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της δαπάνης που συνδέεται με την είσοδο νέων θεραπειών, μια κατάσταση που, σύμφωνα με την EFPIA, δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη μακροπρόθεσμα.
Για την αντιστροφή της τάσης, η EFPIA προτείνει ένα πακέτο δέκα δράσεων, με αιχμή τη δημιουργία ισχυρότερων κινήτρων και πλαισίου πνευματικής ιδιοκτησίας, τον εκσυγχρονισμό του ρυθμιστικού και κλινικού πλαισίου, τη βελτίωση της συνοχής μεταξύ υγειονομικών και περιβαλλοντικών κανόνων, την αύξηση και απλοποίηση της χρηματοδότησης της καινοτομίας, αλλά και την ευθυγράμμιση της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ με τις ανάγκες στρατηγικών κλάδων. Παράλληλα, ζητείται επανεκκίνηση του στρατηγικού διαλόγου για τα φάρμακα, αύξηση της καθαρής δημόσιας δαπάνης για καινοτομία και σταδιακή κατάργηση εθνικών μέτρων περιορισμού κόστους.
Η γενική διευθύντρια της EFPIA, Nathalie Moll, περιγράφει την παρούσα συγκυρία ως «τώρα ή ποτέ» για την Ευρώπη, προκειμένου να διασφαλίσει τη βιομηχανική της βάση, να μειώσει την εξάρτηση από τρίτες χώρες και να εγγυηθεί τη συνεχή πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες. Όπως τονίζει, η συμβολή της φαρμακοβιομηχανίας στο εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ είναι καθοριστική για το οικονομικό της μέλλον, ωστόσο η στρατηγική σημασία του κλάδου εξακολουθεί να υποεκτιμάται.































