Η νέα παραίτηση στο στενό επιτελείο του Keir Starmer, στον απόηχο του σκανδάλου με τον διορισμό του Peter Mandelson ως πρεσβευτή στην Ουάσινγκτον, επανέφερε στο προσκήνιο σενάρια πολιτικής αστάθειας στη Βρετανία.
Οι αγορές αντέδρασαν άμεσα: τα βρετανικά ομόλογα δέχθηκαν πιέσεις -κυρίως στις μεγάλες διάρκειες- και η στερλίνα υποχώρησε έναντι του ευρώ, καθώς οι επενδυτές «τιμολογούν» ξανά αυξημένο πολιτικό ρίσκο στα βρετανικά assets.
Η πίεση προς την κυβέρνηση Starmer εντάθηκε μετά την αποχώρηση του Morgan McSweeney από τη θέση του chief of staff, με τον ίδιο να δηλώνει ότι αναλαμβάνει «πλήρως την ευθύνη» για τη συμβουλή του υπέρ του διορισμού Mandelson, παρά τις γνωστές σχέσεις του τελευταίου με τον καταδικασμένο παιδεραστή χρηματοδότη Jeffrey Epstein. Λίγο αργότερα ακολούθησε και δεύτερη παραίτηση από το πρωθυπουργικό περιβάλλον: ο Tim Allan αποχώρησε από τη θέση του διευθυντή επικοινωνίας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ανοίγει ο δρόμος για «χτίσιμο νέας ομάδας».
Στο πολιτικό παρασκήνιο, η αβεβαιότητα μεγαλώνει. Πληροφορίες κάνουν λόγο για κλίμα προετοιμασίας στο κυβερνητικό στρατόπεδο, με το ενδεχόμενο υπουργοί να ζητήσουν κατ’ ιδίαν από τον Starmer να κάνει πίσω ή ακόμη και να τον πιέσουν με την απειλή παραιτήσεων, εφόσον δεν το πράξει. Οι εξελίξεις αυτές τροφοδοτούν και τη συζήτηση για τους πιθανούς διαδόχους, με ονόματα όπως του υπουργού Υγείας Wes Streeting και της Angela Rayner να ακούγονται ήδη στο Λονδίνο.
Η αγωνία των επενδυτών αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στην αγορά κρατικού χρέους: τα μακροπρόθεσμα gilts δέχθηκαν πωλήσεις, με την απόδοση του 10ετούς να ανεβαίνει στο 4,55%. Στην αγορά συναλλάγματος, η στερλίνα υποχώρησε 0,5% έναντι του ευρώ, στο πιο αδύναμο επίπεδο από τις 22 Ιανουαρίου, με την κίνηση να αποδίδεται σε επαναφορά του «πολιτικού premium» στα βρετανικά assets.
Κεντρικός φόβος για την αγορά δεν είναι μόνο ο κλυδωνισμός καθαυτός, αλλά το τι μπορεί να ακολουθήσει: ένα ενδεχόμενο αλλαγής στην κορυφή που θα οδηγούσε σε ηγεσία λιγότερο δεσμευμένη στη δημοσιονομική πειθαρχία, με μεγαλύτερη ανοχή σε ελλείμματα και χρέος. Σε αυτό το πλαίσιο, αναλυτές σημειώνουν ότι μια στροφή προς πιο «χαλαρή» δημοσιονομικά κατεύθυνση τείνει να πιέζει τη στερλίνα και να ανεβάζει τις αποδόσεις στο μακρύ άκρο της καμπύλης, γι’ αυτό και ορισμένοι επενδυτικοί οίκοι δηλώνουν ότι προτιμούν μικρότερες διάρκειες, όπου η ευαισθησία στο δημοσιονομικό ρίσκο είναι χαμηλότερη.
Η ανησυχία έχει και ιστορικό βάρος. Πολλοί επενδυτές παραμένουν «σημαδεμένοι» από το 2022, όταν η αλλαγή ηγεσίας και οι μεγάλες φορολογικές περικοπές της Liz Truss είχαν προκαλέσει σοβαρή αναταραχή στην αγορά gilts, οδηγώντας τελικά σε πολιτική αναδίπλωση και παραίτησή της. Το επεισόδιο εκείνο λειτουργεί ακόμη ως υπενθύμιση ότι στη Βρετανία οι πολιτικές αναταράξεις μπορούν να περάσουν γρήγορα στις αποτιμήσεις.
Στην εξίσωση μπαίνει και η νομισματική πολιτική. Η Bank of England κράτησε πρόσφατα τα επιτόκια αμετάβλητα, με μια πιο «ήπια» από το αναμενόμενο ψηφοφορία, γεγονός που ανέβασε τις εκτιμήσεις της αγοράς για πιθανή μείωση επιτοκίων τον Μάρτιο. Αυτό τείνει να στηρίζει περισσότερο τις μικρότερες διάρκειες: ενδεικτικά, οι αποδόσεις στο 2ετές κινήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα πριν μαζέψουν μέρος της κίνησης, την ώρα που το πολιτικό ρίσκο «χτυπούσε» κυρίως τις μεγάλες διάρκειες.
Στο μέτωπο της στερλίνας, στρατηγικές προειδοποιούν ότι το νόμισμα κινδυνεύει να πλησιάσει χαμηλά τριετίας έναντι του ευρώ, ενώ αυξάνονται οι ενδείξεις ότι κεφάλαια της αγοράς παραγώγων τοποθετούνται για συνέχιση της αδυναμίας. Σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό ζητούμενο για τις αγορές είναι ποιος θα κρατά το τιμόνι και με ποια δημοσιονομική γραμμή – αλλά και πόσο ομαλά (ή όχι) θα εξελιχθεί η πολιτική μετάβαση, αν τελικά η πίεση προς τον Starmer κλιμακωθεί.
