Θετική παραμένει η εικόνα της Deutsche Bank για τον ΟΤΕ, με την επενδυτική τράπεζα να διατηρεί τη σύσταση αγοράς και την τιμή-στόχο στα 21 ευρώ, επίπεδο που συνεπάγεται περίπου 30% ανοδικό περιθώριο σε σχέση με τα τρέχοντα επίπεδα.
Όπως σημειώνει, οι τελευταίες ρυθμιστικές εξελίξεις στην αγορά συχνοτήτων, σε συνδυασμό με την έως τώρα περιορισμένη επίδραση του ανταγωνισμού από τη ΔΕΗ, ενισχύουν το επενδυτικό αφήγημα της εταιρείας.
Στο ρυθμιστικό σκέλος, η τράπεζα βλέπει ως θετικό καταλύτη την πρόταση της ΕΕΤΤ για την ανανέωση των αδειών στις συχνότητες 900 MHz και 1800 MHz, καθώς εκτιμά ότι βελτιώνει τις παραμέτρους αποτίμησης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι άδειες ενδέχεται να αποκτήσουν διάρκεια 20 ετών ή ακόμη και αορίστου χρόνου, με πιθανότερο σενάριο μια απλή ανανέωση από τους υφιστάμενους παρόχους.
Σε αυτό το πλαίσιο, το κόστος ανανέωσης για τον ΟΤΕ υπολογίζεται περίπου στα 78 εκατ. ευρώ, επίπεδο σαφώς χαμηλότερο σε σχέση με την προηγούμενη διαδικασία πριν από 15 χρόνια, όπως επισημαίνουν οι αναλυτές.
Παράλληλα, η Deutsche Bank εκτιμά ότι η πώληση της Telekom Romania Mobile μπορεί να δημιουργήσει φορολογικό όφελος περίπου 125 εκατ. ευρώ, ποσό που -υπό τις παραδοχές της έκθεσης- αρκεί για να καλύψει πλήρως τη δαπάνη ανανέωσης του φάσματος. Με βάση αυτό το σενάριο, ο ΟΤΕ θα μπορούσε να εμφανίσει πρόσθετη ελεύθερη ταμειακή ροή περίπου 47 εκατ. ευρώ το 2026, ή περίπου 0,12 ευρώ ανά μετοχή.
Όσον αφορά τον ανταγωνισμό, η τράπεζα εκτιμά ότι η είσοδος της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνίες δεν έχει, προς το παρόν, μεταβάλει ουσιαστικά τις ισορροπίες. Παρά τις τιμές που εμφανίζονται έως και 50% χαμηλότερες, η διείσδυση παραμένει περιορισμένη: στο τέλος του 2025 η ΔΕΗ είχε λιγότερους από 11 χιλ. συνδρομητές broadband, ενώ το μερίδιο του ΟΤΕ, σύμφωνα με την έκθεση, κινήθηκε ανοδικά προς το 54%, ένδειξη ότι η επιθετική τιμολόγηση δεν μεταφράζεται σε μαζική μετακίνηση πελατών.
Σε επίπεδο αποτίμησης, η Deutsche Bank σημειώνει ότι η μετοχή διαπραγματεύεται με έκπτωση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνίες, καθώς ο δείκτης EV/EBITDA παραμένει χαμηλότερος και η απόδοση ταμειακών ροών υψηλότερη από τον μέσο όρο του κλάδου. Κατά την τράπεζα, ο συνδυασμός χαμηλότερου κόστους φάσματος, ισχυρών ταμειακών ροών και περιορισμένης ανταγωνιστικής έντασης αφήνει περιθώριο για περαιτέρω επαναξιολόγηση της μετοχής τους επόμενους μήνες.































