Η Vodafone κινήθηκε πιο αργά από το αναμενόμενο στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη αγορά της, παρά τις προσδοκίες ότι η ανάπτυξη θα ενισχυόταν μετά την προσθήκη της 1&1 ως πελάτη χονδρικής.
Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι τα οργανικά έσοδα από υπηρεσίες στη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 0,7% στο τρίτο τρίμηνο του οικονομικού της έτους, φτάνοντας τα 2,7 δισ. ευρώ.
Η επίδοση ήταν χαμηλότερη από τις προβλέψεις των αναλυτών, που έβλεπαν βελτίωση 1,02%, με αποτέλεσμα η μετοχή της Vodafone να υποχωρήσει έως και 6,8% με το άνοιγμα της αγοράς στο Λονδίνο, στη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση του τελευταίου έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο κείμενο.
Η Vodafone είχε επιστρέψει σε θετικούς ρυθμούς στη Γερμανία το προηγούμενο τρίμηνο, καθώς η συνεργασία με τη 1&1 ενίσχυσε τα έσοδα χονδρικής. Ωστόσο, μέρος της δυναμικής αντισταθμίστηκε αυτό το τρίμηνο από μια εφάπαξ επίδραση που συνδέθηκε με το χρονοδιάγραμμα πληρωμών προς παρόχους υπηρεσιών της εταιρείας, όπως ανέφερε εκπρόσωπός της, όπως επισημαίνει το Bloomberg.
Παράλληλα, η διευθύνουσα σύμβουλος Margherita Della Valle βρίσκεται πάνω από δύο χρόνια σε πρόγραμμα αναστροφής της πορείας του ομίλου, με έμφαση στην απλοποίηση των λειτουργιών και την πώληση περιουσιακών στοιχείων. Στο πλαίσιο αυτό, η Vodafone έχει αποεπενδύσει από δραστηριότητες σε Ιταλία και Ισπανία, ενώ στη Βρετανία προχώρησε στη συγχώνευση με την Three της CK Hutchison.
Αναλυτές έχουν αποτιμήσει θετικά τη στροφή της διοίκησης προς λιγότερες βασικές αγορές. Στη Γερμανία, πάντως, ο ανταγωνισμός και μια ρυθμιστική αλλαγή που είχε οδηγήσει σε απώλεια εκατομμυρίων πελατών συνέχισαν να λειτουργούν ως βαρίδι για τα έσοδα. Η συγκεκριμένη νομική αλλαγή -που απαγόρευσε σε ενώσεις κατοικιών να «πακετάρουν» τηλεοπτικά πακέτα μαζί με το ενοίκιο- φαίνεται ότι έχει σε μεγάλο βαθμό ολοκληρώσει την επίδρασή της.
Σε επίπεδο ομίλου, τα προσαρμοσμένα κέρδη προ τόκων, φόρων, αποσβέσεων και απομειώσεων μετά τις μισθώσεις (EBITDAaL) υποχώρησαν στα 2,8 δισ. ευρώ το τρίμηνο, κάτω από τις εκτιμήσεις για 2,98 δισ. ευρώ. Τα έσοδα από υπηρεσίες διαμορφώθηκαν στα 8,5 δισ. ευρώ.































