Τη διεύρυνση του πλαισίου χρηματοδοτήσεων με την ένταξη των αμυντικών έργων διττού χαρακτήρα προωθεί η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων το 2026, εμπεδώνοντας την ισχυρή πολιτική βούληση για την στήριξη των επενδύσεων στην Άμυνα, υπό το μανδύα της στρατηγικής αυτονομίας, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται σε καθοριστική καμπή και οι γεωπολιτικές ισορροπίες αναδιατάσσονται με πρωτοβουλία των ΗΠΑ.
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων μετατρέπεται ταχύτατα σε έναν από τους πιο κρίσιμους χρηματοδοτικούς βραχίονες της ευρωπαϊκής στρατηγικής, με διπλή στόχευση: την ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας των κρατών-μελών και την υποστήριξη της νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας και άμυνας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στους μεγαλύτερους ωφελούμενους της ΕΤΕπ σε όρους ΑΕΠ, με ένταση χρηματοδότησης που ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το 2024 και το 2025 λειτουργούν ως έτη καμπής. Η Ελλάδα απορρόφησε 2,2 δισ. ευρώ νέας χρηματοδότησης, με επίκεντρο την ενέργεια, τις υποδομές και τις ΜμΕ, ενισχύοντας την αναπτυξιακή της τροχιά και τη συνοχή. Παράλληλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΕΤΕπ διεύρυνε θεσμικά το πλαίσιο χρηματοδότησης, εντάσσοντας πλέον ρητά έργα ασφάλειας και άμυνας, ακόμη και καθαρά στρατιωτικής φύσης, εξέλιξη που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού για το 2026 και μετά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση να συνδέσει τις παραδοσιακές της προτεραιότητες – ενέργεια, λιμένες, υποδομές, καινοτομία – με έργα διττής χρήσης και αμυντικής συνιστώσας, αξιοποιώντας τη νέα στρατηγική κατεύθυνση της ΕΤΕπ. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι, αλλά αν το ελληνικό κράτος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα κινηθούν έγκαιρα και συντεταγμένα για να τους εντάξουν στο παραγωγικό και γεωοικονομικό αφήγημα της χώρας.
Παρά την ισχυρή πολιτική βούληση και την ύπαρξη των πόρων, υπάρχουν προβλήματα συντονισμού και απορρόφησης, καθώς οι υφιστάμενες δομές και μηχανισμοί έχουν οικοδομηθεί με λογική χρηματοδότησης και ανάληψης ρίσκου που ταιριάζει σε άλλους κλάδους. Η Άμυνα έχει διαφορετικά προφίλ και απαιτεί νέους μηχανισμούς και οικοσυστήματα τα οποία δεν έχουν ακόμη εδραιωθεί, γεγονός που καθιστά τον ρόλο της ΕΤΕπ και την εσωτερική της στροφή ακόμη πιο κρίσιμα για την αναδιάταξη του ευρύτερου πλαισίου.
14,5 δισ. στην Ελλάδα στην πενταετία
Η παρουσία του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στην Ελλάδα έχει πλέον χαρακτηριστικά στρατηγικού εταίρου., όπως σημείωσε άλλωστε και ο Έλληνας υπουργός Οικονονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης στο πλαίσιο της παρουσίασης των αποτελεσμάτων Η νέα χρηματοδότηση των 2,2 δισ. ευρώ το 2024 αντιστοιχεί σχεδόν στο 1% του ελληνικού ΑΕΠ, κατατάσσοντας τη χώρα τρίτη στην ΕΕ ως προς τη χρηματοδότηση σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας. Σε ορίζοντα πενταετίας, η συνολική στήριξη αγγίζει τα 14,5 δισ. ευρώ, με εκτιμώμενη μόχλευση επενδύσεων έως 6,6 δισ. ευρώ μόνο για το 2024.
Η κατανομή των πόρων αποτυπώνει σαφή προτεραιοποίηση. Περίπου 60% κατευθύνθηκε σε βιώσιμη ενέργεια, δίκτυα και φυσικούς πόρους, ενισχύοντας την ενεργειακή μετάβαση και την ανθεκτικότητα έναντι της κλιματικής κρίσης. Παράλληλα, το 28% διοχετεύθηκε σε ΜμΕ και mid-caps μέσω ενδιάμεσων δανείων και εγγυήσεων, με καθοριστικό ρόλο του EIF, ο οποίος ενεργοποίησε εγγυήσεις 152 εκατ. ευρώ με προοπτική κινητοποίησης έως 1,8 δισ. ευρώ.
Σημαντική είναι και η διάσταση της ασφάλειας σε ευρύτερη έννοια. Η ελληνική δέσμη χρηματοδοτήσεων περιλαμβάνει έργα πολιτικής προστασίας και ετοιμότητας έναντι φυσικών καταστροφών, όπως η προμήθεια πυροσβεστικών αεροσκαφών και εξοπλισμού διάσωσης. Αν και δεν πρόκειται για στρατιωτική άμυνα, τα έργα αυτά εντάσσονται στο διευρυνόμενο ευρωπαϊκό αφήγημα ανθεκτικότητας και ασφάλειας, δημιουργώντας γέφυρα προς το νέο πλαίσιο χρηματοδότησης.
Οι προοπτικές
Οι προοπτικές για το 2026 διαμορφώνονται σε πιο ευνοϊκό περιβάλλον σε σχέση με το παρελθόν. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, έχει επισημάνει ότι ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει μετασχηματιστεί ουσιαστικά, με βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού, ισχυρή κεφαλαιακή βάση και αυξημένη κερδοφορία. Τα stress tests επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα του συστήματος, ενώ η επενδυτική βαθμίδα και η καλύτερη πρόσβαση στις αγορές ενισχύουν τη δυνατότητα απορρόφησης εξωτερικών σοκ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής. Η ΕΤΕπ μειώνει το κόστος κεφαλαίου, επιταχύνει έργα και περιορίζει τον επενδυτικό κίνδυνο. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, από την πλευρά του, έχει προαναγγείλει ταχύτερη κίνηση το 2026, με έμφαση στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, την καινοτομία και την ψηφιακή μετάβαση, τομείς στους οποίους οι χρηματοδοτήσεις της ΕΤΕπ και της EIF έχουν ήδη αποδείξει τη μόχλευσή τους.
Η κρίσιμη παράμετρος για την Ελλάδα είναι πλέον η ένταξη έργων διττής χρήσης και αμυντικής συνιστώσας στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Λιμένες με στρατιωτική και πολιτική χρήση, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές κρίσιμης σημασίας, κυβερνοασφάλεια και τμήματα της αμυντικής βιομηχανίας μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο χρηματοδότησης από το 2026, εφόσον ενταχθούν έγκαιρα σε ώριμο pipeline.
Η στροφή της ΕΤΕπ
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΤΕπ έχει αναβαθμιστεί θεσμικά σε βασικό εργαλείο υλοποίησης της στρατηγικής αυτονομίας. Για το 2025, οι μέτοχοι ενέκριναν ανώτατο όριο νέων χρηματοδοτήσεων ύψους 100 δισ. ευρώ, το υψηλότερο στην ιστορία της, με ρητή πρόβλεψη για άμυνα, ασφάλεια, ενεργειακά δίκτυα και τεχνολογική πρωτοπορία.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι η διεύρυνση του πλαισίου άμυνας. Έως 3,5% των νέων χρηματοδοτήσεων μπορεί πλέον να κατευθύνεται σε ευρωπαϊκή ασφάλεια και άμυνα, ενώ ήδη το 2025 η ΕΤΕπ διέθεσε περίπου 4 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν 5% της χρηματοδότησής της εντός ΕΕ, σε έργα του τομέα. Η αναθεώρηση της πολιτικής δανειοδότησης επιτρέπει πλέον και καθαρά στρατιωτικά έργα, όπως βάσεις, λιμενικές υποδομές και έργα στρατιωτικής κινητικότητας.
Παράλληλα, μέσω εγγυήσεων και ενδιάμεσων δανείων, το διαθέσιμο πλαφόν για ΜμΕ της αλυσίδας εφοδιασμού της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας αυξάνεται στα 3 δισ. ευρώ, με στόχο την ενίσχυση R&D, υποδομών και παραγωγικής ικανότητας. Συμπληρωματικά, εργαλεία όπως το Defence Equity Facility του EIF διοχετεύουν μετοχικό κεφάλαιο σε τεχνολογίες διττής χρήσης, ενισχύοντας τη γεωοικονομική διάσταση της ευρωπαϊκής άμυνας.
































