Η συζήτηση για το πώς η Ευρώπη θα χρηματοδοτήσει μια διαρκή αύξηση των αμυντικών δαπανών επανέρχεται δυναμικά, μετά τη νέα πολιτική στήριξη προς την προτεινόμενη Τράπεζα Άμυνας, Ασφάλειας και Ανθεκτικότητας (Defence, Security and Resilience Bank – DSRB).
Το Σαββατοκύριακο, ο υπουργός Οικονομικών του Καναδά, François-Philippe Champagne, εξέφρασε δημόσια τη στήριξή του στην πρωτοβουλία, σηματοδοτώντας ανανεωμένο διεθνές ενδιαφέρον για ένα σχήμα που κυκλοφορεί στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς κύκλους εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο.
Όπως επισημαίνει η Citi στο Morning Call, η ιδέα μιας εξειδικευμένης τράπεζας για την άμυνα δεν είναι νέα. Η Citi είχε αναλύσει εκτενώς την πρόταση ήδη από τον Απρίλιο του προηγούμενου έτους, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια οντότητα θα μπορούσε να προσφέρει ορισμένα οφέλη, κυρίως σε ασθενέστερα πιστοληπτικά κράτη που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμη και προσιτή χρηματοδότηση για αμυντικές επενδύσεις. Η στήριξη από τον Καναδά λειτουργεί, συνεπώς, ως μερική επιβεβαίωση αυτής της αρχικής εκτίμησης.
Ωστόσο, η Citi διαχωρίζει σαφώς τον πολιτικό συμβολισμό από τη χρηματοοικονομική αποτελεσματικότητα. Ακόμη και αν η DSR Bank τελικά υλοποιηθεί, δεν θα επιλύσει το ευρωπαϊκό πρόβλημα χρηματοδότησης της άμυνας ούτε θα υποκαταστήσει τις εθνικές δημοσιονομικές δεσμεύσεις. Διαρθρωτικοί περιορισμοί, αβεβαιότητα ως προς τους μετόχους και μακρύς χρόνος ωρίμανσης περιορίζουν τον ρόλο της σε συμπληρωματικό επίπεδο.
Δεν είναι πολύ ελκυστική
Η Citi τονίζει ότι η χρησιμότητα μιας DSR Bank διαφέρει σημαντικά ανά χώρα. «Για χώρες με μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο και/ή ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία, όπως η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα δάνεια από μια τέτοια οντότητα δεν θα ήταν ελκυστικά», σημειώνει χαρακτηριστικά. Η διαπίστωση αυτή εξηγεί γιατί η πολιτική στήριξη από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς αμυντικούς δαπανητές παραμένει ασθενής.
Το Ηνωμένο Βασίλειο απέκλεισε επισήμως τη συμμετοχή του στην DSR Bank τον Σεπτέμβριο του προηγούμενου έτους, σύμφωνα με το Reuters, ενώ η Γερμανία ακολούθησε τον Δεκέμβριο. Για τη Citi, η απουσία αυτών των δύο χωρών από τον δυνητικό μετοχικό πυρήνα δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα αλλά δομική αδυναμία. Χωρίς τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τόσο ως προς την κεφαλαιακή ισχύ όσο και ως προς την αξιοπιστία στις αγορές, «οι προοπτικές να καταστεί αυτή η οντότητα πραγματικότητα τίθενται υπό σοβαρή αμφισβήτηση».
Παρότι η στήριξη του Καναδά χαρακτηρίζεται «θετική εξέλιξη», η Citi προειδοποιεί ότι η εξωτερική υποστήριξη δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δέσμευση των βασικών ευρωπαϊκών κρατών. Σε πρακτικό επίπεδο, η πολιτική οικονομία της DSR Bank παραμένει εύθραυστη.
Χρονικοί περιορισμοί και κανονιστικά εμπόδια
Ακόμη και με αισιόδοξες παραδοχές, η Citi δεν αναμένει η DSR Bank να προσφέρει άμεση χρηματοδοτική ανακούφιση. Εκτιμά ότι θα απαιτηθούν «18 έως 24 μήνες για να καταστεί λειτουργική, να συγκεντρώσει επαρκές καταβεβλημένο κεφάλαιο και να εξασφαλίσει την απαραίτητη κανονιστική αναγνώριση στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και Basel κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας, πριν μπορέσει να αντλήσει κεφάλαια από τις αγορές».
Το χρονοδιάγραμμα αυτό περιορίζει εκ των πραγμάτων τη σημασία της για τις άμεσες αμυντικές ανάγκες της Ευρώπης, οι οποίες καθορίζονται ολοένα και περισσότερο από γεωπολιτική πίεση και όχι από μακροπρόθεσμο θεσμικό σχεδιασμό. Όπως συνοψίζει η Citi, η DSR Bank «δεν θα αποτελέσει πανάκεια για τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον».
Κατά συνέπεια, το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης αμυντικής χρηματοδότησης αναμένεται να συνεχίσει να προέρχεται από τους εθνικούς προϋπολογισμούς, με συμπληρωματική στήριξη από υφιστάμενους ή υπό σχεδιασμό μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το SAFE είναι πιο… γλυκό
Η Citi επισημαίνει ότι, πέραν της εθνικής χρηματοδότησης, περίπου 150 δισ. ευρώ προβλέπεται να διατεθούν μέσω της ΕΕ στο πλαίσιο του προγράμματος δανείων SAFE την περίοδο 2026-2030. Στο πρόσφατο SSA & Covered Bond Navigator, η Citi είχε καταλήξει ότι τα δάνεια SAFE είναι «ελκυστικά για πολλά κράτη-μέλη», συμπέρασμα που στηρίζεται σε συγκριτική ανάλυση του κόστους χρηματοδότησης.
Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις έχουν επίσης αυξήσει «την πιθανότητα εισαγωγής ενός νέου ευρωπαϊκού προγράμματος για τη χρηματοδότηση της άμυνας», υποδηλώνοντας έναν βαθύτερο δημοσιονομικό ρόλο των Βρυξελλών στον τομέα της ασφάλειας. Ωστόσο, η Citi εντοπίζει έναν κρίσιμο κίνδυνο: η υπερβολική εξάρτηση από την ΕΕ μπορεί τελικά να αποδειχθεί αντιπαραγωγική.
«Η έντονη χρήση της ΕΕ για τη χρηματοδότηση της άμυνας ενέχει τον κίνδυνο να καταστεί θύμα της ίδιας της επιτυχίας της», προειδοποιεί η Citi, ιδίως «αν το κόστος χρηματοδότησης της ΕΕ αυξηθεί πάνω από εκείνο των ίδιων των κρατών-μελών». Σε ένα τέτοιο σενάριο, το πλεονέκτημα της ευρωπαϊκής έκδοσης θα μπορούσε να διαβρωθεί, επαναφέροντας ερωτήματα για την αποδοτικότητα και την κατανομή του βάρους.
Στρατηγική αποτίμηση
Η τελική αποτίμηση της Citi παραμένει ισορροπημένη αλλά σαφής. Η DSR Bank συνιστά μια εποικοδομητική ιδέα και η στήριξη του Καναδά βελτιώνει την πολιτική της εικόνα. Ωστόσο, χωρίς τη συμμετοχή των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών και δεδομένου του μεγάλου χρόνου υλοποίησης, δεν μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά το χρηματοδοτικό τοπίο στο άμεσο μέλλον.
Η ευρωπαϊκή επανεξοπλιστική προσπάθεια, σύμφωνα με τη Citi, θα συνεχίσει να στηρίζεται πρωτίστως στις εθνικές δημοσιονομικές επιλογές, με τα ευρωπαϊκά προγράμματα όπως το SAFE να λειτουργούν ως σημαντικά αλλά εκ των πραγμάτων περιορισμένα συμπληρώματα και όχι ως υποκατάστατα.






























