Το νέο ΜΔΠ των €2 τρισ. παρουσιάζεται ως ιστορική αναβάθμιση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, όμως το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο βλέπει μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα: αυξημένες κρατικές εισφορές, ασταθείς πηγές χρηματοδότησης και μεγαλύτερη συγκέντρωση ελέγχου στις Βρυξέλλες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε με έναν προϋπολογισμό-μαμούθ για την επόμενη επταετία: 2 τρισ. ευρώ για το 2028-2034. Το αφήγημα είναι γνώριμο και πολιτικά ελκυστικό: περισσότερη ευελιξία, λιγότερη γραφειοκρατία, «απλοποίηση» μέσω συγχώνευσης προγραμμάτων και νέες πηγές ίδιων εσόδων που υποτίθεται ότι θα μειώσουν την εξάρτηση της Ένωσης από τις εθνικές συνεισφορές.
Όμως το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έρχεται να προσγειώσει το αφήγημα στην πραγματικότητα. Παρά τα νέα εργαλεία και τις εξαγγελίες, το βάρος παραμένει στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Οι εθνικές συνεισφορές αυξάνονται από περίπου 140,7 δισ. ευρώ ετησίως σε 208,5 δισ., γεγονός που δείχνει ότι η “μεταρρύθμιση” δεν αλλάζει ουσιαστικά το ποιος πληρώνει τον ευρωπαϊκό λογαριασμό.
Και οι νέοι «ίδιοι πόροι» που προτείνονται δεν είναι απαραίτητα σταθεροί ή πολιτικά ουδέτεροι. Έσοδα από το ETS και τον μηχανισμό CBAM εξαρτώνται από τις τιμές άνθρακα και τις αγορές, εισάγοντας μεταβλητότητα σε έναν προϋπολογισμό που υποτίθεται ότι πρέπει να προσφέρει προβλεψιμότητα. Με άλλα λόγια, η χρηματοδότηση βασίζεται σε παραδοχές που μπορεί να αποδειχθούν εύθραυστες.
Ακόμη πιο ευαίσθητη είναι η εισφορά στις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι ελεγκτές προειδοποιούν ότι τέτοιου τύπου επιβάρυνση μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με στόχους ανταγωνιστικότητας και να δημιουργήσει στρεβλώσεις, ειδικά για εταιρείες με υψηλό κύκλο εργασιών αλλά χαμηλά περιθώρια κέρδους.
Στο μεταξύ, η Επιτροπή δεν ζητά μόνο περισσότερα χρήματα αλλά και περισσότερο έλεγχο. Η μετατόπιση από το shared management προς μεγαλύτερη κεντρική διαχείριση, με ενισχυμένο ρόλο της Κομισιόν, αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού για τα κράτη μέλη: λιγότερη συνδιαχείριση, περισσότερη εξάρτηση από το πώς θα σχεδιαστούν και θα “τρέξουν” οι κανόνες εφαρμογής από το κέντρο. Το ΕΕΣ δεν αμφισβητεί ότι η αναδιάρθρωση μπορεί να παρουσιαστεί ως απλοποίηση, αλλά δείχνει ότι η πραγματική δοκιμασία είναι αλλού: στο αν η μετάβαση θα γίνει χωρίς να “μπλοκάρουν” διαδικασίες, στο αν η διοικητική ικανότητα επαρκεί για να υποστηρίξει περισσότερη κεντρική διαχείριση, και στο αν τελικά μειώνεται η γραφειοκρατία για τους δικαιούχους ή απλώς αλλάζει χέρια. Με απλά λόγια, οι ελεγκτές φωτογραφίζουν έναν κίνδυνο: να βαφτιστεί «απλοποίηση» μια αλλαγή που στην πράξη δημιουργεί νέες τριβές και καθυστερήσεις.
Το συμπέρασμα των ελεγκτών είναι μια σαφής προειδοποίηση: το νέο ΜΔΠ είναι μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο στα χαρτιά, αλλά στηρίζεται σε αυξημένη επιβάρυνση των κρατών, σε πηγές εσόδων με αβεβαιότητα και σε ένα μοντέλο εφαρμογής που μπορεί να αποδειχθεί πιο περίπλοκο απ’ όσο διαφημίζεται. Η “καινοτομία” των νέων εσόδων δεν αναιρεί ότι ο πυρήνας της χρηματοδότησης παραμένει κρατικός, ενώ η εξάρτηση από μηχανισμούς που επηρεάζονται από αγορές και παραδοχές τιμών δυσκολεύει την προβλεψιμότητα. Και όταν η προβλεψιμότητα γίνεται θολή, το πολιτικό κόστος επιστρέφει εκεί που πάντα καταλήγει: στους εθνικούς προϋπολογισμούς και στις εσωτερικές διαπραγματεύσεις κάθε χώρας. Αν κάτι λέει καθαρά το ΕΕΣ, είναι ότι πίσω από το “2 τρισ.” και τη ρητορική περί μεταρρύθμισης, υπάρχουν τρία ανοιχτά ερωτήματα που δεν κλείνουν εύκολα: ποιος πληρώνει τελικά, πόσο σταθερά θα μπαίνουν τα έσοδα και πόσο ομαλά μπορεί να εφαρμοστεί το νέο σχήμα χωρίς να φορτώσει επιπλέον βάρος στο σύστημα.
































