Τις προσεχείς εβδομάδες, αξιωματούχοι από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Δανία, τη Γροιλανδία και το ΝΑΤΟ θα συναντηθούν για να συζητήσουν μια πιθανή συμφωνία σχετικά με το μέλλον της Γροιλανδίας.
Μια τέτοια συμφωνία θα πρέπει, κατά πάσα πιθανότητα, να καλύπτει ζητήματα που αφορούν στρατιωτικές βάσεις, εμπορικές θαλάσσιες οδούς, τη διακυβέρνηση και την οικονομική ανάπτυξη. Η Γροιλανδία έχει αυξήσει σταθερά τον βαθμό αυτονομίας της τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ κατά καιρούς έχουν κυκλοφορήσει φήμες για ενδεχόμενο δημοψήφισμα ανεξαρτησίας. Ωστόσο, η ανεξαρτησία θα ήταν δύσκολο να ενταχθεί σε οποιαδήποτε συμφωνία, καθώς η βούληση του πληθυσμού και τα εκλογικά αποτελέσματα δεν μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.
Οι οικονομικές προοπτικές πρέπει επίσης να αξιολογηθούν σε συνάρτηση με τη γεωγραφία. Παρότι υπάρχει υψηλή ζήτηση για τα ορυκτά κοιτάσματα της Γροιλανδίας, η εξόρυξή τους και η φόρτωσή τους για εξαγωγή είναι εξαιρετικά δύσκολες στις περισσότερες περιοχές της επικράτειας. Ως εκ τούτου, οποιεσδήποτε οικονομικές δεσμεύσεις για το μέλλον της Γροιλανδίας είναι πιθανό να περιλαμβάνουν πιο θεμελιώδεις υποδομές και άλλα στοιχεία, πέραν των μεγάλων μεταλλευτικών έργων.
Στην πραγματικότητα, οι δύο αποφάσεις του 2009 για την ανεξαρτησία και του 2013 που αίρει την απαγόρευση εξόρυξης ραδιενεργών πρώτων υλών, άνοιξαν την όρεξη των Αμερικανών για την περιοχή, η οιποία είχε κοπεί αν και η διάθεση ήταν πάντα εκεί έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση.































