Παρά τη σαφή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη, η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί υπό πίεση, όπως σημειώνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) στην ανάλυσή του με βάση τα στοιχεία της Eurostat και τις ευρωπαϊκές προβλέψεις. Το Επιμελητήριο τονίζει ότι η βελτίωση των δεικτών δεν συνεπάγεται αυτόματα ανακούφιση στο ταμείο, καθώς οι ήπιες αλλά επίμονες ανατιμήσεις -ο λεγόμενος «έρπων πληθωρισμός»- και οι σωρευτικές αυξήσεις των τελευταίων ετών συνεχίζουν να επιβαρύνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Το Επιμελητήριο καταγράφει τις εστίες πίεσης (τρόφιμα, υπηρεσίες, ενοίκια, ενέργεια) και διατυπώνει δέσμη προτάσεων, από μισθούς και στοχευμένες ενισχύσεις έως εντατικότερους ελέγχους, μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά και αλλαγές στη φορολογία.
Όπως σημειώνει το ΕΒΕΠ, η Eurostat διατήρησε την εκτίμησή της για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 2,9% τον Δεκέμβριο του 2025. Την ίδια περίοδο, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη υποχώρησε στο 1,9% (από 2,1% τον Νοέμβριο), ενώ έναν χρόνο νωρίτερα βρισκόταν στο 2,4%. Για το σύνολο της ΕΕ-27, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,3% τον Δεκέμβριο (έναντι 2,4% τον Νοέμβριο και 2,7% τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους), εικόνα που, όπως επισημαίνεται, επιβεβαιώνει μια γενικότερη τάση αποκλιμάκωσης.
Η ανάλυση των στοιχείων για την Ευρωζώνη δείχνει ότι τη μεγαλύτερη συμβολή στον ετήσιο πληθωρισμό τον Δεκέμβριο του 2025 είχαν οι υπηρεσίες, προσθέτοντας 1,54 ποσοστιαίες μονάδες, με συνεισφορά 3,4%. Ακολούθησαν τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 0,49 ποσοστιαίες μονάδες και συνεισφορά 2,5%, καθώς και τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά με 0,09 ποσοστιαίες μονάδες και συνεισφορά 0,4%. Αντίθετα, η ενέργεια είχε αρνητική επίδραση, αφαιρώντας 0,18 ποσοστιαίες μονάδες, με αρνητική συνεισφορά -1,9%.
Στο ελληνικό σκέλος, το ΕΒΕΠ αναγνωρίζει ότι ο πληθωρισμός έχει υποχωρήσει αισθητά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια και κινείται πλέον πιο κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αποδίδει την εξέλιξη τόσο στις εφαρμοζόμενες οικονομικές πολιτικές όσο και σε εξωγενείς παράγοντες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μείωση των τιμών της ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, τονίζει ότι η αποκλιμάκωση του ρυθμού πληθωρισμού δεν σημαίνει αυτόματα αποκλιμάκωση των τιμών, ιδίως μετά τις συσσωρευμένες ανατιμήσεις της πενταετίας 2021-2025.

Όπως φαίνεται και στο γράφημα οι ετήσιες αυξήσεις σε κρίσιμες κατηγορίες δαπανών παραμένουν ισχυρές: Τρόφιμα και ποτά +7%, υπηρεσίες +7%, ενοίκια +8% και ενέργεια +6%. Παράλληλα, καταγράφονται οι σωρευτικές αυξήσεις της περιόδου 2020-2025 σε επιμέρους αγαθά και δαπάνες, που, σύμφωνα με την ίδια αποτύπωση, φτάνουν στο +35% για νωπά λαχανικά, στο +40% για καφέ, στο +40% για ενοίκια και στο +30% για ρεύμα και καύσιμα. Με άλλα λόγια, ακόμη κι όταν ο ετήσιος ρυθμός δείχνει «ηπιότερος», το επίπεδο τιμών που έχει ήδη διαμορφωθεί παραμένει υψηλό και συνεχίζει να πιέζει διαθέσιμα εισοδήματα και περιθώρια κέρδους.
Το Επιμελητήριο υπογραμμίζει ότι αυτό το μείγμα εξηγεί γιατί η κοινωνία βιώνει μια «ακριβή καθημερινότητα», με το 80% των πολιτών, όπως αναφέρεται στο δελτίο τύπου, να έχει αλλάξει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό, ενώ επιχειρήσεις διαμαρτύρονται για μείωση του όγκου πωλήσεων, αλλά και για το βάρος του κόστους στέγασης και ενέργειας. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, δεν είναι απλώς στατιστική. Μεταφράζεται σε μετατόπιση καταναλωτικών συνηθειών, αναβολές δαπανών και αναδιάταξη προτεραιοτήτων, με την αγορά να αναζητά ισορροπία ανάμεσα σε μειούμενο πληθωρισμό και υψηλές τιμές που έχουν «κλειδώσει» σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Σε ό,τι αφορά τις προοπτικές, το ΕΒΕΠ παραπέμπει στην εκτίμηση της Τράπεζας της Ελλάδος για σταθεροποίηση και περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, με πρόβλεψη γύρω στο 2,1% για την περίοδο 2025-2027. Ο «έρπων πληθωρισμός», όπως σημειώνεται, μπορεί να θεωρείται ελεγχόμενη και λειτουργική συνθήκη για τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης, όμως η καθημερινή εμπειρία των νοικοκυριών και οι πιέσεις στην κατανάλωση δείχνουν ότι η ονομαστική αποκλιμάκωση δεν αρκεί από μόνη της για να αντιστρέψει το αίσθημα ακρίβειας.
Παράλληλα, με βάση τις χειμερινές οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμό 2,2% το 2026, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να ακολουθήσει σταδιακά πτωτική πορεία, στο εύρος 2,3%-2,8% τα επόμενα χρόνια. Ο κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής παραμένει ο περιορισμός των πληθωριστικών πιέσεων μέσω δημοσιονομικής σταθερότητας και διατήρησης πρωτογενούς πλεονάσματος, ώστε να αποφεύγονται ανισορροπίες που προκύπτουν από ενίσχυση της ζήτησης χωρίς αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς.
Ως προς την αντιμετώπιση της ακρίβειας, το ΕΒΕΠ παραθέτει τα μέτρα που έχουν τεθεί σε εφαρμογή ή έχουν ανακοινωθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται φορολογικές ελαφρύνσεις (μείωση φόρων, μηδενικός φόρος σε νέους εργαζόμενους, κατάργηση ΕΝΦΙΑ σε μικρά χωριά), παρεμβάσεις εποπτείας αγοράς (app για καταγγελίες, ειδοποιήσεις χαμηλότερων τιμών, λειτουργία λαϊκών αγορών από παραγωγούς), καταπολέμηση αισχροκέρδειας (απαγόρευση παραπλανητικών «προσφορών» μετά αυξήσεων), καθώς και στήριξη εισοδημάτων με πρωτοβουλίες περίπου 2 δισ. ευρώ για τα νοικοκυριά τη διετία 2026-2027.

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης θέτει ένα διπλό μείγμα πολιτικής για την αντιμετώπιση της «πενταετούς ακρίβειας»: Βραχυπρόθεσμα, συνδυασμό αυξήσεων μισθών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, στοχευμένων ρυθμίσεων τιμών και ελέγχων της αγοράς, μειώσεων φορολογικών βαρών και ενισχύσεων εισοδήματος, μαζί με μέτρα στήριξης ευάλωτων ομάδων και μεσαίας τάξης. Μεσοπρόθεσμα, μεταρρυθμίσεις στην παραγωγικότητα και τον ανταγωνισμό, ώστε να ενισχυθεί η δυνατότητα της οικονομίας να απορροφά πιέσεις χωρίς να τις μετακυλίει διαρκώς στην τελική τιμή.
Συνοπτικά, οι προτάσεις που προβάλλονται από το Ε.Β.Ε.Π. “πατούν” σε πέντε άξονες, με διαφορετικό βάρος και χρονικό ορίζοντα:
- Μισθοί και εισόδημα: αυξήσεις μισθών και στοχευμένες ενισχύσεις για απορρόφηση μέρους του κόστους.
- Έλεγχοι και διαφάνεια: εντατικοποίηση εποπτείας και αντιμετώπιση πρακτικών που αλλοιώνουν την εικόνα των τιμών.
- Κανάλια διάθεσης: ενίσχυση άμεσης διάθεσης (παραγωγοί) ως αντίβαρο σε ενδιάμεσα περιθώρια.
- Φορολογία: μεταρρύθμιση ΦΠΑ με δύο συντελεστές και αναδιάταξη βασικών αγαθών.
- Θεσμική εφαρμογή: ενίσχυση της νέας Αρχής Εποπτείας για ελέγχους με διάρκεια και αποτέλεσμα.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ υποστηρίζει ότι η ακρίβεια στην τελική τιμή οφείλεται κατά 80% στο κόστος παραγωγής και στην τιμή των εισαγόμενων αγαθών, στοιχείο που, όπως σημειώνει, περιορίζει τα περιθώρια άμεσης «διορθωτικής» πολιτικής μόνο μέσω ελέγχων. Ως βασική πρόταση για την αντιμετώπιση της «παγιωμένης ακρίβειας» προβάλλεται η μεταρρύθμιση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές, με αναδιάταξη των βασικών αγαθών, αλλά και με διατήρηση της ανοδικής πορείας των ετήσιων εσόδων από ΦΠΑ, που τοποθετούνται στα 29 δισ. ευρώ.
Τέλος, αναδεικνύεται η προσδοκία ότι η νέα Εθνική Αρχή Εποπτείας της Αγοράς, με ισχυρές αρμοδιότητες και στελέχωση, μπορεί να ενισχύσει τους ελέγχους, να στηρίξει τη διαμόρφωση χαμηλότερων τιμών και να δρομολογήσει πρωτοβουλίες για διαφάνεια και υγιή ανταγωνισμό.































