Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δηλώνει ότι η «ασφάλεια» είναι η απόλυτη προτεραιότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών. Όμως κάθε νέο σιδηροδρομικό δυστύχημα, από τα Τέμπη μέχρι την Ανδαλουσία, γεννά το ίδιο ερώτημα: λειτουργεί πράγματι ως αμείλικτος ρυθμιστής ή ως πολιτικό αλεξικέραυνο κυβερνήσεων που απέτυχαν να προστατεύσουν τους πολίτες;
Ο Αποστολος Τζιτζικώστας, ως Επίτροπος για τη Βιώσιμη Μεταφορά και τον Τουρισμό, κληρονόμησε έναν διπλό ρόλο: να υλοποιήσει την «πράσινη», ψηφιακή ατζέντα της κινητικότητας και ταυτόχρονα να πείσει ότι η Ευρώπη έμαθε από τις τραγωδίες. Στην ακρόασή του στο Ευρωκοινοβούλιο, υποσχέθηκε ότι η ασφάλεια θα είναι «νούμερο ένα προτεραιότητα» και ότι θα είναι «αυστηρός» με τα κράτη‑μέλη που δεν εφαρμόζουν τους κανόνες. Στα χαρτιά, πρόκειται για ένα αφήγημα μηδενικής ανοχής: ευρωπαϊκό σχέδιο για σιδηροδρομικό δίκτυο υψηλής ταχύτητας, επιτάχυνση του ERTMS, ενιαίο ψηφιακό σύστημα εισιτηρίων, σύνδεση υποδομών, τουρισμού και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο πεισματάρα. Η ίδια Επιτροπή που διακηρύσσει «μηδέν νεκρούς» άφησε, επί χρόνια, τα κενά ασφάλειας στο ελληνικό σιδηροδρομικό σύστημα να διογκωθούν, με τις τεχνικές προειδοποιήσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Σιδηροδρόμων να μεταφράζονται σε πολιτικούς συμβιβασμούς και παρατάσεις. Μόνο μετά το έγκλημα των Τεμπών προχώρησε σε επίσημη διαδικασία επί παραβάσει, με μια επιστολή 20 σελίδων που περιγράφει σχεδόν ένα «άναρχο» σύστημα χωρίς πραγματική εποπτεία, χωρίς ανεξάρτητη αρχή διερεύνησης ατυχημάτων, χωρίς σύνδεση αξιολόγησης κινδύνου και ελέγχων. Την ίδια ώρα, η πολιτική ανάθεση του χαρτοφυλακίου των Μεταφορών σε Έλληνα Επίτροπο δέχθηκε έντονη κριτική, ακριβώς γιατί δημιουργεί την εντύπωση ότι τα σύνορα μεταξύ εθνικής ευθύνης και ευρωπαϊκού ελέγχου θολώνουν.
Το δυστύχημα στην Ανδαλουσία επιστρέφει το ερώτημα με μεγαλύτερη ένταση. Ο Επίτροπος έσπευσε (και ορθά) να εκφράσει συλλυπητήρια και ετοιμότητα στήριξης, όμως το ποια Ευρώπη χρειάζεται σήμερα δεν θα κριθεί σε αναρτήσεις συμπαράστασης, αλλά σε σκληρές συγκρούσεις για την ασφάλεια: υποχρεωτική, γρήγορη εγκατάσταση σύγχρονων συστημάτων ελέγχου, δεσμευτικά χρονοδιαγράμματα, σύνδεση της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης με πραγματικές αναβαθμίσεις και, όπου χρειάζεται, παραπομπές στη δικαιοσύνη χωρίς πολιτικές εκπτώσεις.
Αν ο Απόστολος Τζιτζικώστας και η σημερινή Επιτροπή επιλέξουν τον ρόλο του αυστηρού ρυθμιστή, η μνήμη των θυμάτων μπορεί να γίνει μοχλός για μια πραγματική «ευρωπαϊκή ασπίδα» στις ράγες, από την Αθήνα μέχρι την Κόρδοβα. Αν, αντίθετα, περιοριστούν (όπως φαίνεται) σε δηλώσεις και τεχνικές επιστολές που δεν αλλάζουν τις καθημερινές πρακτικές στα δίκτυα, τότε η αίσθηση ότι η Επιτροπή, και ο συγκεκριμένος Επίτροπος, είναι «κατώτεροι των περιστάσεων» δεν θα είναι απλώς μια αυστηρή κριτική, αλλά μια επικίνδυνη περιγραφή της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
































