Οι παραγωγοί ρυζιού στη βόρεια Ελλάδα είχαν ήδη μπροστά τους ένα δύσκολο 2026: ο ανταγωνισμός από εξαγωγείς εκτός ΕΕ μεγαλώνει, οι εισαγωγές πιέζουν τις τιμές και το κόστος παραγωγής ανεβαίνει. Τώρα, όμως, ο φόβος γίνεται πιο συγκεκριμένος: η εμπορική συμφωνία ΕΕ-Mercosur, που προχωρά με την έγκριση της Ελλάδας, θεωρούν ότι μπορεί να τους «τελειώσει» οριστικά.
Η Ελλάδα είναι από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αναποφλοίωτου ρυζιού στην Ευρώπη, με ετήσια παραγωγή περίπου 240.000 τόνων, και εξάγει το μεγαλύτερο μέρος -κυρίως προς ευρωπαϊκές αγορές και την Τουρκία. Όμως τα τελευταία χρόνια ο κλάδος έχει στριμωχτεί: ξηρασίες, αυξημένο κόστος, και μια αίσθηση ότι όταν έρχεται η ώρα για στήριξη, οι διαδικασίες σέρνονται. Δεν είναι τυχαίο ότι οι παραγωγοί βρέθηκαν δίπλα σε άλλους αγρότες στις κινητοποιήσεις και στα μπλόκα, φωνάζοντας για καθυστερήσεις στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις.
Στην κύρια ρυζοπαραγωγική ζώνη γύρω από τη Θεσσαλονίκη, παραγωγοί περιγράφουν μια αγορά που έχει «σπάσει» από τις εισαγωγές. Λένε πως ήδη δυσκολεύονται να πουλήσουν, επειδή μπαίνουν μεγάλες ποσότητες ρυζιού από ασιατικές χώρες, και πως η τιμή παραγωγού έχει καταρρεύσει -σε ορισμένες περιπτώσεις γύρω στα 25 λεπτά το κιλό, περίπου στη μισή τιμή από πέρυσι. Και όλα αυτά, ενώ τα κόστη δεν μειώνονται.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συμφωνία ΕΕ-Mercosur προστίθεται σαν ακόμη μία πίεση. Με βάση το πλαίσιο της συμφωνίας, η Ευρώπη αναμένεται να εισάγει 60.000 τόνους ρυζιού χωρίς δασμούς από τις χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη) σε βάθος πενταετίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρόκειται για ποσότητα που αντιστοιχεί σε μικρό κλάσμα της ευρωπαϊκής κατανάλωσης και σημειώνει ότι η Ευρώπη καλύπτει περίπου το μισό των αναγκών της από εισαγωγές.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υπερασπίζεται το «πακέτο» της συμφωνίας, τονίζοντας ότι ανοίγει πρόσβαση για ελληνικά προϊόντα όπως η «φέτα» και η μαστίχα σε μια αγορά 270 εκατ. ανθρώπων και ότι υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας σε περίπτωση απότομης αύξησης εισαγωγών. Για τους παραγωγούς ρυζιού, όμως, αυτό ακούγεται σαν να τους ζητούν να κάνουν υπομονή ενώ ο ανταγωνισμός βαθαίνει -και να δεχτούν πως κάποιοι κλάδοι θα πληρώσουν το τίμημα, για να κερδίσουν άλλοι.
Η πίεση έχει ήδη αφήσει σημάδια: στην περιοχή, άνθρωποι του κλάδου λένε ότι αρκετοί παραγωγοί εγκαταλείπουν χωράφια και μηχανήματα και ψάχνουν αλλού δουλειά, γιατί η εξίσωση δεν βγαίνει. Και ακόμη κι όσοι θέλουν να αντέξουν, δεν έχουν εύκολες εναλλακτικές: σε πολλές εκτάσεις το ρύζι ήταν στην πράξη μονοκαλλιέργεια, με τις επιλογές για αλλαγή καλλιέργειας να είναι περιορισμένες.
Το μήνυμα από τα χωράφια είναι ωμό: όταν οι τιμές πέφτουν, οι εισαγωγές αυξάνονται και η κρατική στάση περιορίζεται σε διαβεβαιώσεις, η «ανταγωνιστικότητα» γίνεται ευφημισμός και στην πράξη οδηγεί σε έξοδο από το επάγγελμα. Και αυτή τη φορά, οι παραγωγοί λένε ότι δεν τους μένει άλλο περιθώριο.
































