Η γερμανική οικονομία επέστρεψε οριακά σε θετικό έδαφος το 2025, βάζοντας τέλος σε μια διετία συρρίκνωσης, σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis). Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,2% σε ετήσια βάση, μετά τη μείωση κατά 0,5% που είχε καταγραφεί το 2024, με την ιδιωτική κατανάλωση και τις κρατικές δαπάνες να λειτουργούν ως βασικά στηρίγματα σε μια ανάκαμψη που παραμένει εύθραυστη.
Η εικόνα βελτιώθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα δύο χρόνια, ωστόσο τα «βαρίδια» δεν έχουν φύγει. Η Γερμανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει τις επιπτώσεις μιας παρατεταμένης περιόδου στασιμότητας, καθώς ο μεγάλος βιομηχανικός της τομέας δυσκολεύεται να κρατήσει ανταγωνιστικότητα σε κρίσιμες αγορές του εξωτερικού και τα νοικοκυριά, παρότι άρχισαν να ξοδεύουν περισσότερο, εξακολουθούν να κινούνται προσεκτικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξαγωγές συνέχισαν την πτωτική πορεία τους, δεχόμενες πιέσεις από υψηλότερους δασμούς στις ΗΠΑ, την ανατίμηση του ευρώ και την εντεινόμενη ανταγωνιστική πίεση από την Κίνα. Παράλληλα, η αδύναμη επενδυτική δυναμική παρέμεινε εμφανής, με τον σχηματισμό παγίου κεφαλαίου σε μηχανήματα, εξοπλισμό και κατασκευές να κινείται χαμηλότερα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Σε επίπεδο κλάδων, η μεταποίηση υποχώρησε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, με τις πιο έντονες απώλειες να εντοπίζονται στην αυτοκινητοβιομηχανία και στην παραγωγή μηχανημάτων και εξοπλισμού. Δύσκολη παρέμεινε και η χρονιά για τις κατασκευές, καθώς το υψηλό κόστος συνέβαλε σε αύξηση των αφερεγγυοτήτων. Στις υπηρεσίες, η εικόνα ήταν μεικτή: οι επιχειρηματικές υπηρεσίες κινήθηκαν πτωτικά, την ώρα που κλάδοι όπως το εμπόριο, οι μεταφορές, τα καταλύματα και η εστίαση πρόσφεραν στήριξη στη δραστηριότητα.
Παρότι το αποτέλεσμα του 2025 σηματοδοτεί την έξοδο από τη διετή ύφεση, το μίγμα δείχνει ότι η ανάκαμψη στηρίζεται περισσότερο στην εσωτερική ζήτηση και στο κράτος, ενώ οι παραδοσιακοί «κινητήρες» της οικονομίας -εξαγωγές, βιομηχανία και επενδύσεις- εξακολουθούν να δίνουν άνιση μάχη.

































