Με μια ασυνήθιστα επιθετική ανακοίνωση, η ρωσική υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών (SVR) πέρασε από την έμμεση πίεση στην ευθεία στοχοποίηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ανεβάζοντας αισθητά τους τόνους σε μια αντιπαράθεση που -έτσι κι αλλιώς- κρατά χρόνια ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Μόσχα. Το στοιχείο που διαφοροποιεί το τωρινό επεισόδιο δεν είναι μόνο η σκληρή γλώσσα, αλλά κυρίως ότι η επίθεση δεν έρχεται «δια της εκκλησιαστικής οδού», αλλά υπογράφεται από κρατική υπηρεσία πληροφοριών, κάτι που στο Φανάρι διαβάζεται ως ένδειξη ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται πλέον ως μέρος ευρύτερης στρατηγικής.
Στον πυρήνα της επίθεσης, η SVR εμφανίζεται να αποδίδει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ρόλο «εργαλείου» ξένων κέντρων, προβάλλοντας ισχυρισμούς περί υποστήριξης από βρετανικές υπηρεσίες και συνδέοντας τον Βαρθολομαίο με κινήσεις αναδιάταξης εκκλησιαστικών ισορροπιών σε ευαίσθητες περιοχές. Στο ίδιο πλαίσιο, επανέρχεται και ο ισχυρισμός ότι το Φανάρι φέρεται να εξετάζει αυτοκεφαλία για τη «μη αναγνωρισμένη» Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου -μια αναφορά που λειτουργεί ως «σπίθα» σε ένα ήδη φορτισμένο βαλκανικό περιβάλλον.
Η αντίδραση από την Κωνσταντινούπολη ήταν άμεση και στοχευμένη: το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε το περιεχόμενο ως κατασκευασμένο αφήγημα και «fake news», υπογραμμίζοντας ότι τέτοιου τύπου σενάρια δεν αλλάζουν τη γραμμή του Φαναρίου ούτε ανακόπτουν την αποστολή του.
Το «γιατί τώρα» παραμένει το βασικό ερώτημα. Η εξήγηση που κερδίζει έδαφος είναι πως η επιλογή της SVR να μπει μπροστά υποδηλώνει κίνηση με πολλαπλούς αποδέκτες: προς το ίδιο το Φανάρι, προς άλλες ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και προς δυτικές πρωτεύουσες, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η Μόσχα επιδιώκει να εντάξει όλο και περισσότερα πεδία -ακόμη και τα εκκλησιαστικά- σε μια ενιαία αφήγηση αντιπαράθεσης και «επιρροών». Το γεγονός ότι το κείμενο της SVR «μετατοπίζει» το βάρος από τις κλασικές αιχμές περί αμερικανικού παράγοντα σε αναφορές για βρετανική στήριξη δείχνει επίσης προσπάθεια αναπλαισίωσης της σύγκρουσης, ευθυγραμμισμένης με τις τρέχουσες γεωπολιτικές εντάσεις ανάμεσα στη Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Η κλιμάκωση έρχεται πάνω σε μια ήδη βαθιά ρωγμή που άνοιξε διάπλατα από το ουκρανικό: το 2018 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε να προχωρήσει τη διαδικασία για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας της Ουκρανίας, ένα βήμα που οδήγησε τη ρωσική Εκκλησία να διακόψει την κοινωνία με το Φανάρι τον Οκτώβριο του 2018, ενώ ο τόμος αυτοκεφαλίας υπεγράφη στις αρχές του 2019. Σε αυτό το υπόβαθρο, κάθε αναφορά σε νέα «αυτοκεφαλία» -ακόμη κι αν παρουσιάζεται ως σενάριο- λειτουργεί σαν πολλαπλασιαστής έντασης.
Παράλληλα, το timing αποκτά πρόσθετη βαρύτητα επειδή το Φανάρι έχει ανοιχτό και ένα δεύτερο, ιδιαίτερα ευαίσθητο μέτωπο: τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Η δημόσια συζήτηση για επαναλειτουργία εντός του 2026 έχει αναζωπυρωθεί, με τον στόχο του Σεπτεμβρίου 2026 να επανέρχεται σε σχετικά ρεπορτάζ, ενώ στο κάδρο μπαίνει και η προοπτική επαφών με την τουρκική πολιτική ηγεσία.
Έτσι, η «υπογραφή» της SVR δεν διαβάζεται απλώς ως ακόμη ένα επεισόδιο λεκτικής σύγκρουσης, αλλά ως μήνυμα ότι η Μόσχα επιλέγει να μεταφέρει την πίεση σε επίπεδο κρατικού μηχανισμού, επιχειρώντας να χτίσει προληπτικά ένα αφήγημα «εξωτερικής χειραγώγησης» του Φαναρίου. Σε μια φάση όπου το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιχειρεί να προχωρήσει κρίσιμες εκκρεμότητες και να σταθεροποιήσει διεθνή στηρίγματα, η κλιμάκωση αυτή δημιουργεί ένα πιο «βαρύ» τοπίο: λιγότερο εκκλησιαστικό, περισσότερο γεωπολιτικό -και σαφώς πιο συγκρουσιακό.
































