Η ΕΕ θέλει να προστατεύσει την αξιοπιστία του ελαιολάδου, αλλά το σύστημα ελέγχων παραμένει ελλιπές. Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύεται σήμερα, αποτυπώνει μια κατακερματισμένη εικόνα στην ΕΕ, με μεγάλες αποκλίσεις στην ένταση και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων. Και στην Ελλάδα, το ΕΕΣ εντοπίζει ελέγχους κάτω από το ελάχιστο, «τυφλές ζώνες» στην αγορά και κυρώσεις που καθυστερούν τόσο ώστε να χάνουν σε μεγάλο βαθμό την αποτρεπτική τους αξία.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ουσιαστικά επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι η απουσία κανόνων, αλλά η άνιση εφαρμογή τους. Οι έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται παντού με την ίδια ένταση και την ίδια μεθοδολογία, οι πρακτικές διαφέρουν αισθητά από κράτος σε κράτος και έτσι δημιουργούνται κενά εποπτείας σε μια αγορά υψηλής αξίας – ακριβώς εκεί όπου η παραπλάνηση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα προσοδοφόρα.

Σε αυτό το περιβάλλον αποκλίσεων, η Ελλάδα δεν καταγράφεται απλώς ως μία ακόμη περίπτωση με επιμέρους αδυναμίες. Τα ευρήματα σκιαγραφούν ένα μοντέλο ελέγχων με «τυφλές ζώνες» και καθυστερήσεις που μειώνουν την αποτελεσματικότητα της εποπτείας και, τελικά, αφήνουν εκτεθειμένους τόσο τους καταναλωτές όσο και τους παραγωγούς που τηρούν τους κανόνες.
Πρώτον, οι ελληνικές αρχές πραγματοποιούν συστηματικά λιγότερους ελέγχους συμμόρφωσης από τον απαιτούμενο ελάχιστο αριθμό (με εξαίρεση το 2023). Όταν μια χώρα υστερεί σταθερά ακόμη και στο «ελάχιστο» των ελέγχων που προβλέπεται, το μήνυμα προς την αγορά δεν είναι «εποπτεία». Είναι ανοχή.
Δεύτερον, το ίδιο το πεδίο εποπτείας μοιάζει κομμένο και ραμμένο για να αφήνει εκτός κρίσιμα κομμάτια της πραγματικής αγοράς. Σύμφωνα με το ΕΕΣ, οι ελληνικοί έλεγχοι συμμόρφωσης καλύπτουν μόνο το ελαιόλαδο που παράγεται στην Ελλάδα και προορίζεται για την ελληνική αγορά, εξαιρώντας το εισαγόμενο και εκείνο που προορίζεται για εξαγωγή. Δηλαδή: σε μια εποχή όπου οι ροές προϊόντων είναι διασυνοριακές, ο έλεγχος διαλέγει να βλέπει μόνο ένα τμήμα της εικόνας.
Τρίτον, η ιχνηλασιμότητα -η βασική δικλίδα για να γνωρίζεις τι είναι τι- φαίνεται να αντιμετωπίζεται με «χαμηλές προσδοκίες». Το ΕΕΣ αναφέρει ότι στην Ελλάδα οι έλεγχοι ιχνηλασιμότητας βασίζονται στην αρχή «ένα βήμα πίσω», ενώ στη λιανική δεν περιλαμβάνεται επαλήθευση της ακρίβειας του τόπου προέλευσης. Όταν δεν ελέγχεις αποφασιστικά την προέλευση στο σημείο πώλησης, αφήνεις χώρο στην ετικέτα να λέει περισσότερα από όσα μπορείς να αποδείξεις.
Τέταρτον, ακόμη κι όταν εντοπίζεται παραβίαση, οι κυρώσεις δεν φαίνεται να σχεδιάζονται ώστε να «πονούν». Το ΕΕΣ σημειώνει ότι στην Ελλάδα τα πρόστιμα δεν λαμβάνουν υπόψη το οικονομικό όφελος από την πώληση χαμηλότερης κατηγορίας ως «εξαιρετικού παρθένου» – άρα δεν χτυπούν την καρδιά του κινήτρου. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η διαδικασία επιβολής κυρώσεων μπορεί να φτάνει έως και τους 14 μήνες, καθυστερώντας την απόσυρση μη συμμορφούμενων προϊόντων από την αγορά. Όταν χρειάζεσαι πάνω από έναν χρόνο για να επιβάλεις κύρωση σε τρόφιμο που κυκλοφορεί, η κύρωση παύει να είναι εργαλείο προστασίας και γίνεται τυπική πράξη εκ των υστέρων.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι υπάρχουν κενά – αυτά τα συναντάς παντού. Είναι ότι τα κενά εδώ σχηματίζουν μοτίβο: λιγότεροι έλεγχοι από το ελάχιστο, έλεγχος που δεν καλύπτει όλη την αγορά, ιχνηλασιμότητα περιορισμένη, κυρώσεις με αδύναμο αποτρεπτικό χαρακτήρα και διαδικασίες που σέρνονται. Και όλα αυτά σε έναν κλάδο όπου η αξιοπιστία είναι κεφάλαιο.
Αν η Ελλάδα θέλει να προστατεύσει πραγματικά το προϊόν που συχνά επικαλείται ως εθνικό πλεονέκτημα, δεν αρκούν οι δηλώσεις. Χρειάζεται σύστημα ελέγχου που να βλέπει όλη την αλυσίδα, να εντοπίζει ασυνέπειες πριν γίνουν “κανονικότητα” και να τιμωρεί γρήγορα και αναλογικά με το κέρδος της παραβίασης. Διαφορετικά, αυτό που θα προστατεύεται δεν θα είναι η ποιότητα του ελαιολάδου, αλλά η άνεση των παραβάσεων.































