Δυναμική ανασύνθεσης του πολιτικού σκηνικού με έμφαση στην αναδιάταξη του αντισυστημικού μετώπου και την απορρόφηση των γκρίζων ζωνών δημιουργεί το επωαζόμενο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ενώ έχει ήδη προκαλέσει τριβές, αντιδράσεις και έχει λάβει σημαντική δημοσιότητα.
Αν και η Μαρία Καρυστιανού ακόμη δεν έχει ανακοινώσει κάτι απτό, τον τελευταίο καιρό έχουν πυκνώσει οι δηλώσεις της για τη δημιουργία πολιτικού φορέα, ενώ έχει επιχειρήσει να σκιαγραφήσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί και τις προϋποθέσεις για τα πρόσωπα που θα τον πλαισιώσουν.
Στο επίκεντρο αυτή την περίοδο βρίσκονται δημοσκοπικά ευρήματα ευρήματα για την απήχηση του κόμματος σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και πολιτικούς χώρους, καθώς και δηλώσεις της ίδιας που τοποθετεί τον εαυτό της πιο κοντά στην κεντροδεξιά, ενώ ασκεί κριτική και στον Αλέξη Τσίπρα, η οποία εκλαμβάνεται ως προσπάθεια διαχωρισμού της θέσης, μιας και ακόμη δεν διαθέτει διακριτό πολιτικό στίγμα.
Η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού ως κεντρικής φυσιογνωμίας ενός νέου πολιτικού σχηματισμού εξελίσσσεται σε προσπάθεια αναδιάταξης του κατακερματισμένου πολιτικού χώρου. Παράλληλα, λειτουργεί ως καταλύτης για τη συζήτηση γύρω από τη δυνατότητα ενσωμάτωσης της αντισυστημικής ψήφου σε ένα οργανωμένο πολιτικό πλαίσιο, με φιλοδοξία υπέρβασης των παραδοσιακών διαχωριστικών γραμμών και ενεργοποίησης κοινωνικών στρωμάτων που παραμένουν εκλογικά αδρανή.
Το εγχείρημα επιχειρεί να απαντήσει σε ένα διαχρονικό έλλειμμα του ελληνικού πολιτικού συστήματος: την αδυναμία έκφρασης ενός ευρέος, απογοητευμένου και πολιτικά ανομοιογενούς ακροατηρίου, το οποίο αποστασιοποιήθηκε από τις κάλπες τα τελευταία χρόνια, αλλά ιστορικά έχει αποδειχθεί ικανό να μεταβάλει δραστικά τις πολιτικές και εκλογικές ισορροπίες όταν κινητοποιείται.
Ωστόσο, η δυναμική αυτή συνυπάρχει εξαρχής με σοβαρά δομικά ερωτήματα. Η κοινωνική απήχηση, η ιδεολογική συνοχή, η οργανωτική φυσιογνωμία και –κυρίως– η ικανότητα αποφυγής επανάληψης παλαιότερων αποτυχιών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που θα κρίνουν εάν το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό παράγοντα ανασύνθεσης ή αν θα προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των σύντομων πολιτικών παρεμβάσεων.
Η φυσιογνωμία Καρυστιανού και το αφήγημα της κοινωνικής αυθεντικότητας
Η Μαρία Καρυστιανού προβάλλεται ως πρόσωπο εκτός του παραδοσιακού πολιτικού προσωπικού, με έμφαση στην ηθική νομιμοποίηση, την κοινωνική εμπειρία και την επίκληση της «κοινής λογικής». Το στοιχείο αυτό λειτουργεί ως βασικό πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης δυσπιστίας απέναντι στα κόμματα, τα στελέχη τους και τον επαγγελματικό πολιτικό λόγο.
Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντιστοιχεί σε μια ευρύτερη διεθνή τάση προσωποκεντρικών πολιτικών σχηματισμών, οι οποίοι επιχειρούν να υποκαταστήσουν την ιδεολογική ταυτότητα με την κοινωνική ταύτιση και την αίσθηση «εκπροσώπησης των πολλών» απέναντι σε ένα εδραιωμένο σύστημα εξουσίας. Στην ελληνική περίπτωση, το αφήγημα αυτό απευθύνεται κυρίως σε πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως «ούτε δεξιά ούτε αριστερά», αλλά ταυτόχρονα διατηρούν έντονη πολιτική φόρτιση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η προσωπική απήχηση μπορεί να μετασχηματιστεί σε συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, χωρίς να εξαντληθεί σε μια επικοινωνιακή δυναμική περιορισμένου χρονικού ορίζοντα.
Η ενσωμάτωση της αντισυστημικής ψήφου και το ανενεργό εκλογικό σώμα
Ένα από τα πιο φιλόδοξα στοιχεία του εγχειρήματος αφορά την προσπάθεια ενεργοποίησης ενός ανενεργού εκλογικά κοινού, το οποίο απέχει συστηματικά από τις κάλπες τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για πολίτες που στο παρελθόν έχουν αποδειχθεί καθοριστικοί, είτε μέσω μαζικής στήριξης νέων σχημάτων είτε μέσω απότομων μετατοπίσεων που ανέτρεψαν πολιτικούς συσχετισμούς.
Η στόχευση αυτή συνδέεται άμεσα με την ενσωμάτωση της αντισυστημικής ψήφου, όχι ως περιθωριακού φαινομένου, αλλά ως βασικού δομικού στοιχείου της νέας πολιτικής πρότασης. Η επιτυχία, ωστόσο, προϋποθέτει σαφή αφήγηση, ελάχιστη προγραμματική συνοχή και αξιόπιστους μηχανισμούς εκπροσώπησης. Χωρίς αυτά, η αντισυστημική ψήφος τείνει να παραμένει αποσπασματική, ευμετάβλητη και πολιτικά δύσκολα διαχειρίσιμη.
Ιστορικά, η κινητοποίηση αυτού του ακροατηρίου δεν επιτυγχάνεται με γενικές αναφορές στην αγανάκτηση ή την «κοινή λογική», αλλά με τη δημιουργία μιας πειστικής προοπτικής συμμετοχής και επιρροής.
Το προηγούμενο της «κοινής λογικής» και οι επαναλαμβανόμενες παγίδες
Το προηγούμενο της «κοινής λογικής», η αριστεία και οι επαναλαμβανόμενες παγίδες
Η επίκληση της «κοινής λογικής» ως υπερκομματικού και αποϊδεολογικοποιημένου σημείου αναφοράς δεν αποτελεί καινοτομία στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Αντιθέτως, έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα ως εργαλείο πολιτικής συγκρότησης σχημάτων που επιδίωξαν να απευθυνθούν σε ένα ακροατήριο κουρασμένο από τον παραδοσιακό κομματικό λόγο και τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε «Το Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη, το οποίο προσπάθησε να συγκροτήσει ένα μέτωπο πραγματισμού, τεχνοκρατικής επάρκειας και κοινωνικής μετριοπάθειας, με αναφορά σε πολίτες που αυτοπροσδιορίζονταν ως «λογικοί» απέναντι στο πολιτικό σύστημα.
Στο νέο εγχείρημα, ωστόσο, η «κοινή λογική» συνδυάζεται εμφανώς με την έννοια της «αριστείας», η οποία λειτουργεί ως σαφέστερο πολιτικό και ιδεολογικό σήμα. Η αναφορά στην αριστεία δεν είναι ουδέτερη. Παραπέμπει σε δεξιές και κεντροδεξιές καταβολές, σε ένα αξιακό πλαίσιο που δίνει έμφαση στην ατομική διαδρομή, την επαγγελματική επιτυχία, την τεχνοκρατική επάρκεια και την ιεράρχηση με βάση τις επιδόσεις. Ταυτόχρονα, αποτελεί εργαλείο προσέλκυσης συγκεκριμένων προσώπων με κοινωνική επιρροή, θεσμική εμπειρία και αναγνωρίσιμη σταδιοδρομία, τα οποία μπορούν να προσδώσουν κύρος και λειτουργικότητα στο εγχείρημα, αλλά και να τοποθετήσουν σαφέστερα τον ιδεολογικό του προσανατολισμό.
Αυτή η διπλή επίκληση –κοινή λογική και αριστεία– δημιουργεί μια γνώριμη δυναμική. Από τη μία, επιχειρεί να καθησυχάσει ένα ευρύ, απογοητευμένο ακροατήριο που απορρίπτει τον πολιτικό ανταγωνισμό ως ιδεολογική σύγκρουση. Από την άλλη, στέλνει σαφές μήνυμα σε στελέχη και πρόσωπα του ευρύτερου κεντροδεξιού και συντηρητικού χώρου ότι το νέο σχήμα δεν είναι απλώς μια κοινωνική διαμαρτυρία, αλλά δυνητικός φορέας εξουσίας με έμφαση στην ικανότητα, την πειθαρχία και τη διοικητική επάρκεια.
Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι δομικό και έχει εμφανιστεί και στο παρελθόν. Όταν η «κοινή λογική» και η «αριστεία» λειτουργούν ως υποκατάστατα πολιτικής πρότασης και όχι ως στοιχεία ενός συνεκτικού προγραμματικού πλαισίου, τότε το εγχείρημα εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο αντιφατικές προσδοκίες: τη μαζική, αντισυστημική αποδοχή και την ελιτίστικη, επιλεκτική στελέχωση. Η ισορροπία αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη σε προηγούμενες προσπάθειες και παραμένει κεντρική πρόκληση και για το νέο σχήμα.
Το επιτελείο, οι ιδεολογικές επιρροές και η πρώτη εσωτερική σύγκρουση
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνθεση του επιτελείου της Μαρίας Καρυστιανού, το οποίο αποτελείται κυρίως από πρόσωπα προερχόμενα από τον χώρο της κεντροδεξιάς έως και πιο συντηρητικές πολιτικές καταβολές. Η επιλογή αυτή δημιουργεί μια συγκεκριμένη, όχι καινοφανή δυναμική, που ενδέχεται να περιορίσει την πραγματική εμβέλεια του εγχειρήματος προς το κέντρο και την πολιτικά άστεγη κοινωνική βάση.
Ενδεικτικό των εσωτερικών εντάσεων υπήρξε το πρώτο –έστω άτυπο– επεισόδιο εσωκομματικής σύγκρουσης μεταξύ στελεχών με αναφορά στο επιτελείο του Κώστα Καραμανλή, όπως ο Νίκος Καραχάλιος, και πιο συντηρητικών παραγόντων που διατηρούσαν μακρά σχέση με τον στενό κύκλο του Αντώνη Σαμαρά. Η επικράτηση των δεύτερων και η διασπαστική αντίδραση των πρώτων ανέδειξαν από νωρίς το πρόβλημα ιδεολογικής ισορροπίας και εσωτερικής συνοχής.
Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα. Δείχνει ότι, παρά το αντισυστημικό περίβλημα, οι εσωτερικές λογικές αναπαράγουν γνώριμες αντιπαραθέσεις του ευρύτερου δεξιού χώρου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δυνατότητα διεύρυνσης.
Δυναμική με όρους και προϋποθέσεις
Το πολιτικό εγχείρημα γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού διαθέτει αναμφισβήτητα στοιχεία δυναμικής. Αγγίζει υπαρκτά κοινωνικά ρεύματα, αξιοποιεί την κόπωση από το υπάρχον πολιτικό σύστημα και επιχειρεί να ενεργοποιήσει εκλογικά ακροατήρια με αποδεδειγμένη ιστορική βαρύτητα.
Την ίδια στιγμή, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπο με δομικούς περιορισμούς που έχουν καταδικάσει παρόμοιες προσπάθειες στο παρελθόν. Η ιδεολογική ασάφεια, η μονομερής πολιτική προέλευση του επιτελείου και οι πρώιμες εσωτερικές συγκρούσεις συνιστούν κινδύνους που δεν μπορούν να υποτιμηθούν.
Η εξέλιξη του εγχειρήματος θα κριθεί από το αν μπορεί να υπερβεί τη λογική της συγκυριακής πολιτικής έκφρασης και να μετατραπεί σε συνεκτικό πολιτικό υποκείμενο. Σε διαφορετική περίπτωση, η δυναμική που σήμερα διαφαίνεται κινδυνεύει να αποδειχθεί ακόμη ένα επεισόδιο στον κύκλο των προσδοκιών και των διαψεύσεων της μεταμνημονιακής πολιτικής σκηνής.
Δημοσκοπήσεις και δυναμική αναδιάταξης
Οι πιο πρόσφατες μετρήσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί για ένα ενδεχόμενο κόμμα με επικεφαλής τη Μαρία Καρυστιανού δείχνουν ότι ο «πυρήνας» της δυναμικής του δεν χτίζεται πάνω σε μαζική απορρόφηση από τα δύο μεγάλα κόμματα, αλλά πάνω σε ανασύνθεση της αντισυστημικής/διαμαρτυρίας ψήφου και σε ανακατανομή στο σύνολο της αντιπολίτευσης. Η εικόνα που αποτυπώνει η GPO (για Παραπολιτικά 90,1) είναι σαφής: η μεγαλύτερη «ροπή μετακίνησης» προς ένα κόμμα Καρυστιανού εντοπίζεται σε ψηφοφόρους της Νίκης (63,4%), της Πλεύσης Ελευθερίας (52,8%) και της Ελληνικής Λύσης (36,7%). Ακολουθούν σε χαμηλότερα, αλλά αξιοσημείωτα επίπεδα ο ΣΥΡΙΖΑ (26,8%), το ΚΚΕ (25%) και η Φωνή Λογικής (23,4%). Αντίθετα, η δεξαμενή από τη Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται περιορισμένη (10%) και από το ΠΑΣΟΚ αισθητά μεγαλύτερη αλλά όχι κυρίαρχη (15,8%). (eKathimerini)
Από την ίδια μέτρηση προκύπτει και ένα κρίσιμο, μετρήσιμο «όριο δυναμικής» σε επίπεδο συνολικού εκλογικού σώματος: 7,6% δηλώνει “πολύ πιθανό” να ψηφίσει κόμμα Καρυστιανού και 13,2% “αρκετά πιθανό”, δηλαδή ένα άθροισμα δυνητικής ψήφου 20,8% που όμως δεν ταυτίζεται με πρόθεση ψήφου. Αυτό το εύρημα έχει πολιτική αξία γιατί δείχνει ότι το εγχείρημα μπορεί να λειτουργήσει ως ομπρέλα πολλαπλών δεξαμενών διαμαρτυρίας, ακόμη κι αν τελικά μόνο μέρος αυτής της «πιθανότητας» μετατραπεί σε πραγματική κάλπη. (Euro2day)
Η αναδιάταξη που δημιουργείται είναι διπλή. Πρώτον, πιέζει ευθέως τα κόμματα-φορείς του αντισυστημικού ακροατηρίου (Νίκη, Πλεύση, Ελληνική Λύση, αλλά και μικρότερες δεξαμενές τύπου Φωνής Λογικής), δηλαδή τους χώρους που σήμερα «κρατούν» το θυμικό και την καταγγελτική ψήφο. (eKathimerini) Δεύτερον, δημιουργεί συνθήκες αστάθειας στο εσωτερικό της κεντροαριστερής/αριστερής αντιπολίτευσης, επειδή αποσπά μη αμελητέα πιθανότητα και από ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι το νέο σχήμα δεν λειτουργεί ως «συμπλήρωμα» αλλά ως εναλλακτικός πόλος που μπορεί να αναδιανείμει ρόλους, ειδικά αν η Πλεύση Ελευθερίας συνεχίσει να ανεβαίνει και τα παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης παραμένουν χαμηλά. (Παραπολιτικά)
Ως προς το “τι προβλέπουν σε ποσοστά”, εδώ απαιτείται προσοχή στους ορισμούς: αρκετές δημοσιεύσεις καταγράφουν κυρίως δυνητική ψήφο/πιθανότητα στήριξης και όχι κλασική πρόθεση ψήφου. Στο Βαρόμετρο της GPO, το «πολύ πιθανό» για κόμμα Καρυστιανού αποτυπώνεται στο 7,6%, ενώ η συνολική δυνητική ψήφος φτάνει 20,8%. (PowerGame) Παράλληλα, σε άλλη δημοσιευμένη παρουσίαση μέτρησης Palmos Analysis, η Καρυστιανού εμφανίζεται με 33% ως προς τους «νέους πολιτικούς παίκτες» (ένδειξη αποδοχής/εμβέλειας στο σχετικό ερώτημα, όχι ευθέως πρόθεση ψήφου). (Παραπολιτικά)
Το συμπέρασμα για το άρθρο σου είναι συγκεκριμένο: οι μετρήσεις, όπως έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι τώρα, περιγράφουν ένα εγχείρημα που τραβάει κυρίως από την αντισυστημική περιφέρεια (με βαριά έκθεση στη Νίκη/Πλεύση/Ελληνική Λύση) και δευτερευόντως «δαγκώνει» κομμάτια της αριστερής αντιπολίτευσης, ενώ δεν δείχνει –τουλάχιστον προς ώρας– να αποσταθεροποιεί μαζικά τη Νέα Δημοκρατία και μόνο περιορισμένα το ΠΑΣΟΚ. Αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί τη δυναμική αναδιάταξης: όχι αλλαγή κορυφής, αλλά ανακατάταξη της αντιπολίτευσης, νέους ανταγωνισμούς για τη δεύτερη θέση και νέο πεδίο διεκδίκησης της αποχής. (eKathimerini)
































