Με μια κίνηση που αποδυναμώνει τον πυρήνα της παγκόσμιας κλιματικής διακυβέρνησης, ο Donald Trump σηματοδοτεί την αποχώρηση των ΗΠΑ από τον UNFCCC -το πλαίσιο που οργανώνει τις COP και «σπρώχνει» τις χώρες σε πιο φιλόδοξους στόχους- και από το IPCC, τον βασικό επιστημονικό μηχανισμό αξιολόγησης για την υπερθέρμανση. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς διπλωματικό: μειώνεται η πίεση για μειώσεις εκπομπών, φθείρεται η αξιοπιστία των διεθνών δεσμεύσεων και μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα τα κοινά δεδομένα που στηρίζουν πολιτικές και επενδυτικές αποφάσεις για το κλίμα.
Η επιλογή Trump να αποσύρει τις ΗΠΑ από βασικούς πυλώνες της διεθνούς κλιματικής διακυβέρνησης δεν είναι «συμβολική». Είναι λειτουργική υπονόμευση. Με την έξοδο από τον UNFCCC (το πλαίσιο που «τρέχει» τις COP και τη διαδικασία κλιμάκωσης των εθνικών στόχων μείωσης εκπομπών) και τον IPCC (τον μηχανισμό που συνθέτει την επιστημονική βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι πολιτικές), η Ουάσιγκτον απομακρύνεται από τα δύο σημεία όπου γράφονται οι κανόνες και τα δεδομένα του παιχνιδιού. Και το κάνει μαζί με ευρύτερη αποχώρηση από 66 διεθνείς οργανισμούς, με αιτιολόγηση ότι είναι «περιττοί» ή «κακοδιοικούμενοι».
Το άμεσο κλιματικό αποτέλεσμα είναι διπλό, καθώς, όπως επισημαίνει το Bloomberg, αφήνει πίσω του κενό κανόνων, δεδομένων και χρηματοδότησης.
Πρώτον, αποδυναμώνεται ο μηχανισμός πίεσης/κλιμάκωσης των δεσμεύσεων.
Ο UNFCCC είναι η θεσμική «ομπρέλα» για τον συντονισμό της διεθνούς δράσης και των COP, καθώς και για την αρχιτεκτονική στόχων/αναθεωρήσεων που κουμπώνει και με τη Συμφωνία των Παρισίων. Χωρίς ΗΠΑ μέσα στο σύστημα, χάνεται ένα από τα βασικά κέντρα βάρους που πιέζουν (ή έστω συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση) για αυστηρότερους στόχους, κανόνες διαφάνειας και εργαλεία εφαρμογής. Το μήνυμα προς τρίτες χώρες είναι ξεκάθαρο: «η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών αποχωρεί – άρα το κόστος της απραξίας πέφτει».
Δεύτερον, τραυματίζεται η επιστημονική “γραμμή παραγωγής” πολιτικής.
Ο IPCC δεν είναι think tank. Είναι ο παγκόσμιος «λογιστής» της γνώσης για το τι προκαλεί η υπερθέρμανση και τι απαιτείται για μετριασμό/προσαρμογή. Η αποχώρηση των ΗΠΑ σημαίνει λιγότερη αμερικανική συμβολή σε ηγετικές θέσεις κεφαλαίων, λιγότερη θεσμική πρόσβαση σε κρίσιμα δεδομένα παρακολούθησης και, πρακτικά, μεγαλύτερο ρίσκο καθυστερήσεων/ελλείψεων στην επόμενη μεγάλη αξιολόγηση (ορίζοντα 2029), ειδικά την ώρα που αναφέρονται ήδη απολύσεις/κλεισίματα προγραμμάτων σε ομοσπονδιακές υπηρεσίες και «μπλοκαρίσματα» συμμετοχής ειδικών.
Η κίνηση είναι επίσης πολιτική μεταφορά ισχύος: αποχωρώντας από τα φόρα όπου καθορίζονται πρότυπα, ορισμοί, μεθοδολογίες και “best practice”, οι ΗΠΑ αφήνουν χώρο να καλυφθεί από άλλους (ΕΕ, Κίνα). Δεν είναι τυχαίο ότι επικριτές τη χαρακτήρισαν «δώρο στην Κίνα», ενώ Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μίλησαν για «λυπηρή» εξέλιξη, υπογραμμίζοντας ότι η ΕΕ θα συνεχίσει την υποστήριξη διεθνούς κλιματικής έρευνας.
Και υπάρχει ένα ακόμη «σκληρό» πρακτικό σημείο: το “re-entry” δεν θα είναι απλό – και αυτό είναι μέρος της ζημιάς. Ο UNFCCC δεν είναι μια χαλαρή πολιτική πλατφόρμα. Είναι συνθήκη που οι ΗΠΑ κύρωσαν με advice and consent της Γερουσίας το 1992 (Treaty Doc. 102-38), άρα η αποχώρηση ανοίγει νομικό και πολιτικό «ναρκοπέδιο» για το πώς -και με ποιο κόστος- μπορεί μια μελλοντική κυβέρνηση να επιστρέψει. Συντηρητικοί που πίεζαν για έξοδο υποστηρίζουν ότι η επανένταξη θα απαιτούσε νέα ψηφοφορία με πλειοψηφία 2/3, κάτι που θα έκανε την επιστροφή δυσκολότερη σε ένα πολωμένο Κογκρέσο. Άλλοι νομικοί και πρώην διαπραγματευτές αντιτείνουν ότι υπάρχει δρόμος επαναπροσχώρησης χωρίς νέα έγκριση, ακριβώς επειδή η Γερουσία έχει ήδη δώσει συναίνεση από το 1992 – αλλά ακόμη κι έτσι, το πρόβλημα παραμένει: η έξοδος μετατρέπει μια πιθανή επιστροφή σε χρονικά αβέβαιη και πολιτικά «ακριβή» διαδικασία, άρα μειώνει την αξιοπιστία των ΗΠΑ ως σταθερού εταίρου και κάνει τις διεθνείς δεσμεύσεις πιο αναστρέψιμες στα μάτια των υπολοίπων.
Συνολικά, η έξοδος από UNFCCC και IPCC δεν είναι μια ακόμη γραφειοκρατική αποχώρηση. Είναι επιλογή που αποδυναμώνει τους μηχανισμούς που κρατούν ζωντανή την κλιματική δράση: τους κανόνες διαφάνειας, την πίεση για αυστηρότερους στόχους, τη συνέχεια στις COP, και -κυρίως- το κοινό επιστημονικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο «πατάνε» κυβερνήσεις και αγορές. Με τις ΗΠΑ (μεγαλύτερη οικονομία και δεύτερος μεγαλύτερος ρυπαντής) εκτός, το διεθνές σύστημα χάνει έναν βασικό πυλώνα χρηματοδότησης/τεχνογνωσίας, αλλά κερδίζει κάτι πιο τοξικό: ένα προηγούμενο ότι οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να μπαίνουν-βγαίνουν, άρα οι δεσμεύσεις γίνονται πιο αναστρέψιμες.
Το πρακτικό κόστος στο κλίμα δεν θα φανεί άμεσα. Οι επιπτώσεις του θα φανούν σε βάθος χρόνου: πιο αδύναμες συμφωνίες, πιο δύσκολη κινητοποίηση κεφαλαίων για climate finance, πιο αργή σύγκλιση σε κοινά standards, μεγαλύτερη αβεβαιότητα στα δεδομένα/εκτιμήσεις, ειδικά όσο πλησιάζει ο κύκλος της επόμενης μεγάλης αξιολόγησης του IPCC (2029). Κι όλα αυτά σε μια δεκαετία που δεν αφήνει περιθώριο για «παιχνίδια και παλινωδίες: κάθε χαμένη χρονιά ανεβάζει το κόστος προσαρμογής, κάνει τα ακραία φαινόμενα ακριβότερα και περιορίζει τα περιθώρια να μείνει ζωντανός ο στόχος του 1,5°C.
Με απλά λόγια, η κίνηση Trump δεν «ελευθερώνει» τις ΗΠΑ. Τις αποσύρει από τον ρόλο του rule-maker και τις μετατρέπει σε παράγοντα αστάθειας, με συνέπειες που θα μετρηθούν σε πραγματικές εκπομπές, πραγματικές καταστροφές και πραγματικό λογαριασμό – πρώτα για τους πιο ευάλωτους, αλλά τελικά για όλους.
































