Ζήτημα διαφάνειας στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και υπερβαλλουσών απολαβών της Christine Lagarde θέτουν με αναλυτικό ρεπορτάζ τους οι FT, καθώς αποκαλύπτουν ότι λαμβάνει 50% περισσότερα λεφτά από αυτά που επισήμως δηλώνονται και τέσσερις φορές περισσότερα από την αμοιβή του προέδρου της Fed.
Τι νέο δημοσίευμα των FT δεν πλήττει μόνο τη φήμη της ΕΚΤ αλλά και προσωπικά την Κριστίν Λαγκάρντ προσθέτοντας ένα ακόμη ζήτημα -στην ομολογουμένως βαριά- κληρονομιά προβλημάτων που θα αφήσει στη λήξη της θητείας της στις 31 Οκτωβρίου του 2027.
Η πλήρης αμοιβή της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, είναι πάνω από 50% υψηλότερη από τον δηλωμένο μισθό της, σύμφωνα με ανάλυση των Financial Times.
Η επικεφαλής της νομισματικής αρχής της Ευρώπης αποκόμισε συνολικές αποδοχές περίπου 726.000 ευρώ το 2024, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των FT, ποσό αυξημένο κατά περίπου 56% σε σχέση με τον «βασικό» μισθό των 466.000 ευρώ που γνωστοποίησε η ΕΚΤ στην ετήσια έκθεσή της.
Αυτό σημαίνει ότι η Λαγκάρντ αμείβεται σχεδόν τέσσερις φορές περισσότερο από τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζέι Πάουελ, του οποίου ο μισθός καθορίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία των ΗΠΑ και σήμερα ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο στα 203.000 δολάρια (172.720 ευρώ).
Παρότι η συνολική αμοιβή της Λαγκάρντ θεωρείται μετριοπαθής σε σύγκριση με εκείνη των διευθυνόντων συμβούλων μεγάλων εταιριών της ΕΕ, η ανάλυση αποκαλύπτει πόσο περιορισμένη παραμένει η διαφάνεια στις αμοιβές εντός της ΕΚΤ.
Όπως αποκαλύπτουν οι FT η ΕΚΤ δεν υπόκειται στους ίδιους αυστηρούς κανόνες που ισχύουν για τις εισηγμένες εταιρίες στην Ένωση, οι οποίοι επιβάλλουν την παροχή «πλήρους και αξιόπιστης εικόνας των αποδοχών» κάθε μέλους του διοικητικού τους συμβουλίου.
Πιο ακριβοπληρωμένη από την… φον ντερ Λάιεν
Ο βασικός μισθός της Λαγκάρντ και μόνο την καθιστά την πιο ακριβοπληρωμένη αξιωματούχο στην ΕΕ. Ο ετήσιος βασικός μισθός της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είναι κατά 21% χαμηλότερος.
Πέραν του βασικού μισθού, η Λαγκάρντ λαμβάνει, σύμφωνα με την ανάλυση των FT, εκτιμώμενα επιδόματα ύψους περίπου 135.000 ευρώ για στέγαση και άλλες παροχές. Η ετήσια έκθεση της ΕΚΤ δεν παρέχει ατομική ανάλυση των πρόσθετων παροχών για τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής.

Η Λαγκάρντ εισπράττει επίσης εκτιμώμενες αποδοχές περίπου 125.000 ευρώ για τη θέση της ως ένα από τα 18 μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), της λεγόμενης «τράπεζας των κεντρικών τραπεζών». Η ετήσια έκθεση της ΕΚΤ δεν αναφέρει τον μισθό της Λαγκάρντ από την BIS. Η ίδια η BIS δημοσιοποιεί μόνο το συνολικό ποσό αμοιβών για όλα τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου. Ο Πάουελ δεν έλαβε αμοιβή για τον ρόλο του στο διοικητικό συμβούλιο της BIS, λόγω της αμερικανικής νομοθεσίας που απαγορεύει σε αξιωματούχους να λαμβάνουν μισθό από μη αμερικανικούς φορείς, όπως ανέφερε η Fed στους FT.
Λόγω έλλειψης αναλυτικών και ενοποιημένων στοιχείων, οι υπολογισμοί των FT βασίζονται στις ετήσιες εκθέσεις τόσο της ΕΚΤ όσο και της BIS, καθώς και σε τεχνικό έγγραφο που περιγράφει τους «όρους και τις προϋποθέσεις» των αποδοχών των ανώτατων αξιωματούχων της ΕΚΤ. Η εκτίμηση δεν περιλαμβάνει τις εισφορές της ΕΚΤ στη σύνταξη της Λαγκάρντ ούτε το κόστος του προγράμματος υγείας και των ασφαλίσεών της, λόγω έλλειψης διαθέσιμων δεδομένων.
Οι FT κοινοποίησαν αναλυτικά τη μεθοδολογία, τις παραδοχές και τα αποτελέσματα των υπολογισμών τους στην ΕΚΤ. Η τράπεζα αρνήθηκε να σχολιάσει την ανάλυση, ανέφερε όμως σε ανακοίνωσή της ότι ο μισθός της προέδρου καθορίστηκε από επιτροπή αμοιβών και το διοικητικό συμβούλιο «κατά την ίδρυση της ΕΚΤ», το 1998. «Η μόνη μεταβολή στον μισθό έκτοτε, για όλους τους προέδρους, είναι η ετήσια μισθολογική αναπροσαρμογή που εφαρμόζεται σε όλο το προσωπικό της ΕΚΤ», σημείωσε.

Η κεντρική τράπεζα ανέφερε ότι το επίπεδο διαφάνειας που παρέχει «ευθυγραμμίζεται με εκείνο πολλών άλλων διεθνών δημόσιων οργανισμών», προσθέτοντας ότι «έχει αυξήσει το επίπεδο διαφάνειας με την πάροδο του χρόνου».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ των FT Η BIS αρνήθηκε να σχολιάσει.
Τι δείχνουν οι έρευνες
Ακαδημαϊκές έρευνες υπογραμμίζουν ότι η προσωπική οικονομική ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζιτών αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ευρύτερης αυτονομίας που απαιτείται για την αποτελεσματική καταπολέμηση του πληθωρισμού.
Έρευνα του ΔΝΤ το 2004 για τη διακυβέρνηση των κεντρικών τραπεζών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας ανώτερος κεντρικός τραπεζίτης πρέπει να αμείβεται σε επίπεδα συγκρίσιμα με τον ιδιωτικό τομέα και να προστατεύεται από μειώσεις αποδοχών κατά τη διάρκεια της θητείας του, «ώστε να αποφεύγεται η αθέμιτη επιρροή».
Το επίπεδο των συνολικών αποδοχών της Λαγκάρντ είναι «αυτό που θα περίμενα», δήλωσε ο Γκουίντο Φεραρίνι, ομότιμος καθηγητής νομικής στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας και ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στην Ευρώπη σε θέματα αμοιβών, μιλώντας στους FT. Ο ίδιος επισήμανε ότι το «επίπεδο ευθύνης σε θεσμούς όπως η ΕΚΤ και την ανάγκη προσέλκυσης ταλέντου».
Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι η γνωστοποίηση των αποδοχών της εκτελεστικής διοίκησης της ΕΚΤ είναι «μάλλον χαμηλής ποιότητας» και ότι «υπάρχουν πολλά στοιχεία που πρέπει να γνωστοποιούνται με μεγαλύτερη σαφήνεια». Τόνισε ότι η πολύ πιο αναλυτική διαφάνεια που ισχύει για τις εισηγμένες εταιρίες «αποτελεί το σωστό σημείο αναφοράς».
Λόγω πρόσθετων εφάπαξ πληρωμών και ενδεχόμενων μεταβατικών αποδοχών για τα δύο χρόνια μετά τη λήξη της θητείας της, οι οποίες θα εξαρτηθούν από τον επόμενο ρόλο της, η Λαγκάρντ μπορεί να αναμένει συνολικές απολαβές έως και 6,5 εκατ. ευρώ για τα οκτώ χρόνια της ως πρόεδρος της ΕΚΤ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 810.000 ευρώ ανά έτος.
Από το 2030 και μετά, μπορεί να αναμένει ετήσια σύνταξη περίπου 178.000 ευρώ από την ΕΚΤ, σύμφωνα με την ανάλυση των Financial Times.
Τα προβλήματα της Lagarde
Η προεδρία της Λαγκάρντ έχει προκαλέσει ασυνήθιστα έντονη εσωτερική αντίδραση στην ΕΚΤ, με τις έρευνες προσωπικού και τα συνδικάτα να αποτυπώνουν μια ηγεσία λιγότερο αξιόπιστη και λιγότερο σεβαστή σε σύγκριση με τους προκατόχους της, ιδίως τον Μάριο Ντράγκι και τον Ζαν‑Κλοντ Τρισέ. Σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, θεσμικής τοποθέτησης και εσωτερικής διοίκησης, αναδεικνύεται ένα συνεκτικό μοτίβο: πολλοί εργαζόμενοι αμφιβάλλουν για την τεχνική επάρκειά της στην εκπλήρωση της εντολής της ΕΚΤ, δυσανασχετούν με αυτό που αντιλαμβάνονται ως πολιτικοποίηση της ατζέντας του θεσμού και αισθάνονται αποξενωμένοι από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα θέματα ανθρώπινου δυναμικού και εργασιακών συνθηκών. Αυτό έχει μεταφραστεί σε διαρκώς χαμηλές βαθμολογίες εμπιστοσύνης στις συνδικαλιστικές έρευνες και σε μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η φήμη της τράπεζας έχει επιδεινωθεί κατά τη θητεία της, σε έντονη αντίθεση με την πιο θετική εσωτερική αποτίμηση των προηγούμενων προέδρων, παρά τις δικές τους αντιπαραθέσεις.
Στη νομισματική πολιτική, η τριβή εδράζεται στον χειρισμό και την επικοινωνία του πληθωριστικού σοκ μετά το 2021 και στην αίσθηση ότι η ανώτατη ηγεσία δεν ενσαρκώνει πλέον την παραδοσιακή τεχνοκρατική ισχύ της ΕΚΤ. Στις έρευνες του συνδικάτου, σημαντικό ποσοστό του προσωπικού αμφισβήτησε την ικανότητα της Λαγκάρντ να καθοδηγήσει αποτελεσματικά την τράπεζα προς τη σταθερότητα των τιμών και εξέφρασε ανησυχία για την απώλεια αξιοπιστίας μετά από μια παρατεταμένη υπέρβαση του στόχου πληθωρισμού. Ποιοτικά σχόλια που μεταφέρθηκαν στον Τύπο αναφέρουν ότι δεν κατέχει σε βάθος τις τεχνικές πτυχές της νομισματικής πολιτικής και ότι αυτό, σε συνδυασμό με ασυνεπή μηνύματα, υπονομεύει τη θέση της ΕΚΤ στις αγορές και στην κοινή γνώμη.
Σε εσωτερικό επίπεδο, το προσωπικό έχει επίσης ασκήσει κριτική στο ηγετικό της ύφος και στη διαχείριση των θεμάτων ανθρώπινου δυναμικού και οργάνωσης της εργασίας, βλέποντας ένα διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ κορυφαίας διοίκησης και υπόλοιπης οργάνωσης. Τα παράπονα εστιάζουν σε αντιλαμβανόμενες μεροληπτικές προαγωγές, αμφιλεγόμενες αλλαγές στον χώρο εργασίας όπως το hot‑desking, δυσαρέσκεια για μισθούς και αναπροσαρμογές αποδοχών σε περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, καθώς και στην αίσθηση ότι η ρητορική της διοίκησης για «ανοιχτότητα» και «ποικιλομορφία» δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη πρακτική. Οι έρευνες και τα δημοσιεύματα την περιγράφουν ως περισσότερο προσανατολισμένη στην ορατότητα και την εξωτερική εικόνα παρά σε μια ουσιαστική εμπλοκή με τις ανησυχίες του προσωπικού, ενισχύοντας την εντύπωση μιας ιεραρχικής, μη δεκτικής σε ανατροφοδότηση κουλτούρας ηγεσίας.
Ο τρίτος πυλώνας δυσαρέσκειας είναι η πεποίθηση πολλών εργαζομένων ότι η Λαγκάρντ έχει ωθήσει την ΕΚΤ σε πεδία πολιτικής φόρτισης, ειδικά στο κλίμα, με τρόπο που απειλεί τόσο τη θεσμική ανεξαρτησία όσο και τον εσωτερικό πλουραλισμό. Παρεμβάσεις της επιτροπής προσωπικού και συνδικαλιστικές έρευνες αναδεικνύουν την ανησυχία για αυτό που οι επικριτές χαρακτηρίζουν «μονομερή» ή ακόμη και «αυταρχική» κλιματική αφήγηση, με αποκορύφωμα δηλώσεις περί «επαναπρογραμματισμού» νέων προσλήψεων στο θέμα του κλίματος, που προκάλεσαν πρωτοφανή εσωτερική αποδοκιμασία. Οι επαναληπτικές έρευνες του 2024–2025 εξακολουθούν να δείχνουν πλειοψηφίες που δηλώνουν μικρή ή καθόλου εμπιστοσύνη στο Εκτελεστικό Συμβούλιο, «ιδίως στην πρόεδρο», για τα θέματα προσωπικού, υποδηλώνοντας ότι ο αρχικός εκνευρισμός έχει παγιωθεί σε μια ανθεκτική ρήξη αντί να αμβλυνθεί όσο ωριμάζουν οι πολιτικές.































