Το πιο πολύτιμο πολιτικό της στήριγμα μοιάζει να χάνει η Νέα Δημοκρατία, καθώς, ναι μεν παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις, αλλά αρχίζει να εμφανίζει ρωγμές στο αφήγημα ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική». Η «σταθερότητα» μπορεί να κρατά ακόμη τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην κορυφή, όμως το κοινωνικό σύνολο δείχνει λιγότερο πειθαρχημένο, πιο κυνικό και πιο έτοιμο να δοκιμάσει κάτι νέο -όχι επειδή έχει πειστεί, αλλά επειδή έχει κουραστεί. Σε τέτοιες συνθήκες, ένα νέο κόμμα Τσίπρα ή ένα κόμμα Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα ακόμη «μικρό κόμμα». Είναι πιθανός επιταχυντής αναδιάταξης, που μετατρέπει τη φθορά της ΝΔ από στατιστική σε πολιτικό γεγονός.
Το κεντρικό πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι ότι κινδυνεύει άμεσα να χάσει την πρωτιά. Είναι ότι η πρωτιά δεν αρκεί όταν το περιβάλλον γεμίζει με ρωγμές που δεν τις μπαλώνει η επικοινωνία. Όταν σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας δηλώνει πως προτιμά «αλλαγή» αντί «σταθερότητα» και όταν η συζήτηση για πρόωρες κάλπες επιστρέφει σαν φυσιολογικό σενάριο, τότε το βασικό όπλο της κυβέρνησης -η επίκληση του φόβου και της ασάφειας απέναντι στους άλλους- αρχίζει να ξεφτίζει. Όχι επειδή οι αντίπαλοι έγιναν ξαφνικά ελκυστικοί, αλλά επειδή η κυβερνητική υπεροψία και η αίσθηση «κανόνων για τους άλλους, εξαιρέσεις για εμάς» γίνεται καθημερινή εμπειρία.
Το κόμμα Τσίπρα
Μέσα σε αυτό το κλίμα, το “κόμμα Τσίπρα” θα επιχειρούσε να παίξει σε γνώριμο γήπεδο: να μαζέψει διασκορπισμένη αντιδεξιά ψήφο, να ανασυστήσει έναν πόλο με πιο «θεσμική» εικόνα από το παλιό σχήμα και να εμφανιστεί ως πιο ώριμη εκδοχή μιας διακυβέρνησης που άφησε τραύματα και αντιφάσεις. Η δυσκολία του είναι προφανής: ο Τσίπρας δεν είναι “καινούργιος”, άρα θα πρέπει να πείσει ότι δεν επιστρέφει για ρεβάνς ή για προσωπική δικαίωση, αλλά επειδή έχει κάτι που λείπει: σχέδιο και πρόσωπα που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Αν δεν το καταφέρει, το εγχείρημα κινδυνεύει να μείνει «δημοσκοπικό ενδεχόμενο», χρήσιμο κυρίως για να ανακατέψει την αντιπολίτευση χωρίς να απειλήσει πραγματικά την κυβέρνηση. Αν όμως το κάνει σωστά, δεν χτυπά τη ΝΔ μετωπικά. Τη χτυπά στο πιο ευαίσθητο σημείο: αφαιρεί από το ΠΑΣΟΚ τη δυνατότητα να παριστάνει τον μοναδικό σοβαρό διάδοχο και κάνει το αντιδεξιό ακροατήριο να ξανασκεφτεί την αποχή ή τη διαμαρτυρία.
Το κόμμα Καρυστιανού
Το “κόμμα Καρυστιανού”, αντίθετα, δεν είναι απλώς πολιτικό σενάριο. Είναι πολιτισμική μετατόπιση. Πατά πάνω σε ένα ηθικό αίτημα που δεν χρειάζεται κομματική ιδεολογία για να γίνει μαζικό: λογοδοσία, δικαιοσύνη, θεσμική αξιοπρέπεια. Αυτό το είδος ορμής είναι επικίνδυνο για τη ΝΔ, γιατί δεν αντιμετωπίζεται με τα συνηθισμένα «είναι λαϊκιστές», «δεν έχουν πρόγραμμα», «θα μας γυρίσουν πίσω». Όταν η κριτική δεν είναι μόνο “για την ακρίβεια” ή “για τις υπηρεσίες”, αλλά για το αν λειτουργεί το κράτος δίκαια, τότε η κυβέρνηση δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από δείκτες και εξαγγελίες. Αναγκάζεται να απολογηθεί για συμπεριφορές, για ύφος εξουσίας, για την αλαζονεία της κανονικότητας.
Κι εδώ είναι το ζουμί: ένα κόμμα Καρυστιανού, ακόμη κι αν δεν βγει πρώτο, μπορεί να αλλάξει τον άξονα της πολιτικής σύγκρουσης. Να μεταφέρει τη συζήτηση από το «ποιος θα μοιράσει περισσότερα» στο «ποιος λογοδοτεί όταν κάτι πάει στραβά». Και εκεί η ΝΔ χάνει το πλεονέκτημα του ελέγχου της ατζέντας, γιατί η ατζέντα γίνεται αξιακή και θεσμική -και εκεί η επικοινωνιακή υπεροχή δεν αρκεί. Η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να το απομειώσει, είτε με απαξίωση είτε με προσπάθεια ενσωμάτωσης. Αλλά τέτοιες κινήσεις έχουν κόστος: η απαξίωση μπορεί να φανεί κυνική, ενώ η ενσωμάτωση μπορεί να φανεί υποκριτική.
Δύο κόμματα – ένας πονοκέφαλος
Στην πραγματικότητα, και τα δύο νέα σενάρια αποτελούν έναν κοινό πονοκέφαλο για τη ΝΔ: σπάνε την «πειθαρχία» ενός πολιτικού συστήματος που μέχρι τώρα λειτουργούσε με δύο κουμπιά -φόβος και συνήθεια. Το πρώτο κουμπί χάνει ισχύ όσο η κοινωνία νιώθει ότι πληρώνει ακριβά μια «σταθερότητα» που δεν τη βελτιώνει. Το δεύτερο κουμπί φθείρεται όσο η κυβέρνηση συμπεριφέρεται σαν να της ανήκει το κράτος. Όταν αυτά τα δύο αρχίζουν να μην δουλεύουν, τότε ακόμη και μικρότερες πολιτικές κινήσεις μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες μετατοπίσεις.
Και αυτό γιατί το κρίσιμο για την κυβέρνηση δεν είναι αν θα χάσει αύριο την πρωτιά, αλλά αν θα χάσει τη δυνατότητα να ορίζει τους όρους του παιχνιδιού. Όσο η αντιπολίτευση παραμένει διασπασμένη, η ΝΔ μπορεί να παίζει με το δίπολο «εμείς ή το χάος» και να βαφτίζει “σταθερότητα” μια καθημερινότητα που για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας μοιάζει με ακινησία, ακρίβεια και μόνιμη υπερένταση. Ένα νέο σχήμα -ειδικά αν εμφανιστεί με δυναμική και όχι ως προσωπική επαναφορά ή ως μονοθεματική διαμαρτυρία- απειλεί ακριβώς αυτό το προνόμιο: να σπάσει τη συνήθεια, να απορροφήσει ένα μέρος της αποχής και των αναποφάσιστων και να κάνει την αμφιβολία πολιτική επιλογή. Το μήνυμα δεν θα είναι «άλλαξε κυβέρνηση», αλλά «δεν είστε δεδομένοι» -και αυτή είναι η πιο επικίνδυνη φράση για μια εξουσία που έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια ως θόρυβο που σβήνει με εξαγγελίες. Αν το νέο κόμμα δώσει στον κόσμο έναν τρόπο να τιμωρήσει χωρίς να ρισκάρει, να αμφισβητήσει χωρίς να επιστρέψει στο “παλιό”, τότε η ΝΔ δεν θα έχει απέναντί της μόνο έναν αντίπαλο. Θα έχει απέναντί της την απώλεια του ελέγχου της ατζέντας -και αυτό, σε μια περίοδο που τα νεύρα είναι τεντωμένα, μπορεί να κοστίσει περισσότερο από οποιοδήποτε ποσοστό σε μια μέτρηση.
Η ειρωνεία είναι ότι η ΝΔ μπορεί να παραμείνει πρώτη, αλλά θα μπει σε πιο δύσκολη φάση απ’ ό,τι δείχνουν οι αριθμοί. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι μόνο πόσο παίρνει. Είναι πόσο πείθει ότι αξίζει να συνεχίσει. Και ένα νέο κόμμα Τσίπρα ή -πολύ περισσότερο- ένα κόμμα Καρυστιανού λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση. Είναι και λογαριασμός. Και όταν ανοίγει ο λογαριασμός, η «σταθερότητα» δεν είναι απάντηση -είναι υπεκφυγή.































