Ωφελημένες από το spillover effect της αναβάθμισης της ελληνικής οικονομίας είναι οι εισηγμένες, καθώς οι ομολογιακές τους εκδόσεις στη δευτερογενή αγορά πάνε καλύτερα από τις ευρωπαϊκές.
«Το χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων από την αγορά ομολόγων είναι απόρροια της σημαντικής μείωσης των αποδόσεων στη δευτερογενή αγορά», αναφέρει σε έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος.
«Συγκεκριμένα, οι αποδόσεις των ομολόγων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στη δευτερογενή αγορά ακολουθούν πτωτική τάση ήδη από το δεύτερο εξάμηνο του 2024, συγκλίνοντας σταδιακά προς τις αποδόσεις των ευρωπαϊκών ομολόγων στο όριο της επενδυτικής κατηγορίας (ΒΒΒ)».
Το 2025 οι αποδόσεις των ομολόγων ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώθηκαν περαιτέρω, με αποτέλεσμα τα ελληνικά εταιρικά ομόλογα να εμφανίζουν συνολικά καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τα ευρωπαϊκά εταιρικά ομόλογα.
Αναλυτικότερα, η μεσοσταθμική απόδοση των ομολόγων στις 8 Δεκεμβρίου ήταν 3,62%, ελαφρώς υψηλότερη της μεσοσταθμικής απόδοσης των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων με αξιολόγηση ΒΒΒ (iBoxx euro corp non-fin BBB: 3,56% στις 8.12.2025), καταγράφοντας μικρή μείωση κατά 5 μονάδες βάσης, σε σχέση με τις αρχές του έτους, ενώ οι αποδόσεις των ευρωπαϊκών εταιρικών ομολόγων κοντά στο όριο της επενδυτικής κατηγορίας (ΒΒΒ) εμφάνισαν αύξηση κατά 16 μονάδες βάσης.
Επίσης, να σημειωθεί ότι τα εταιρικά ομόλογα στην Ελλάδα έχουν ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, ιδιαίτερα για τους ξένους επενδυτές οι οποίοι απολαμβάνουν μηδενικό φορολογικό συντελεστή, ενώ τα φυσικά πρόσωπα στην Ελλάδα φορολογούνται με 5% επί των κερδών και τα νομικά πρόσωπα με 15%.
Η εικόνα της αγοράς ομολόγων του Χ.Α
Το 2025 εξελίχθηκε σε έτος-ορόσημο για την ελληνική αγορά εταιρικών ομολόγων, με τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις να προχωρούν σε επτά νέες εκδόσεις συνολικού ύψους περίπου 3,53 δισ. ευρώ, αυξημένες αισθητά σε σχέση με το 2024. Από το ποσό αυτό, περί τα 1,25–1,53 δισ. ευρώ αντλήθηκαν μέσω του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενώ το υπόλοιπο διοχετεύθηκε στις διεθνείς αγορές, αξιοποιώντας το σαφώς βελτιωμένο περιβάλλον χρηματοδότησης που διαμόρφωσε η επενδυτική βαθμίδα της χώρας.
Μέχρι τον Δεκέμβριο, οι συνολικές εκδόσεις εταιρικών ομολόγων στην Ελλάδα ξεπέρασαν τα 2,6 δισ. ευρώ χωρίς να περιλαμβάνονται οι τραπεζικές εκδόσεις, με ισχυρή παρουσία μεγάλων ομίλων όπως η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Αεροπορία Αιγαίου, η ΔΕΗ –μέσω πράσινων ομολόγων– καθώς και εταιρίες όπως η Mytilineos, η Lamda Development και ο όμιλος Aktor, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διεύρυνση της ομολογιακής βάσης των εισηγμένων.
Παρά τη δυναμική πρωτογενούς αγοράς, η δευτερογενής αγορά εταιρικών ομολόγων στο ΧΑ παραμένει σχετικά ρηχή, αν και παρουσιάζει μετρήσιμη βελτίωση σε όγκους συναλλαγών, αποτιμήσεις και αποδόσεις, όπως αποτυπώνεται στους δείκτες Hellenic Corporate Bond. Η υψηλή υπερκάλυψη των εκδόσεων, που σε αρκετές περιπτώσεις προσέγγισε τα 3 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με τη μείωση των αποδόσεων –περί το 3,1% για τίτλους υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας και περίπου 5,8% για χαμηλότερης, με μεσοσταθμικό επίπεδο γύρω στο 3,6%– καταδεικνύει ισχυρή επενδυτική ζήτηση και διεύρυνση της επενδυτικής βάσης. Ωστόσο, σε σύγκριση με τον κυρίαρχο όγκο των κρατικών ομολόγων και τις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές, το εγχώριο οικοσύστημα εταιρικών τίτλων παραμένει περιορισμένο σε βάθος και ρευστότητα, καθιστώντας αναγκαία την εξειδικευμένη αξιολόγηση κινδύνου, αλλά ταυτόχρονα επιβεβαιώνοντας ότι έχει πλέον διαμορφωθεί ένα λειτουργικό και αξιόπιστο εγχώριο κανάλι χρηματοδότησης για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
































