Σαφές μήνυμα ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να αποδεχθεί λύση του Κυπριακού που θα θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση της ζωής του Ελληνισμού στην Κύπρο στέλνει ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, μέσα από τη χριστουγεννιάτικη εγκύκλιό του. Όπως τονίζει, «για να είμαστε πειστικοί σε εχθρούς και φίλους» απαιτείται να καταστεί ξεκάθαρο ότι δεν θα υπάρξει συναίνεση σε λύση που υπονομεύει τη διαβίωση του Ελληνισμού στο νησί, ενώ επισημαίνει πως κάθε διευθέτηση οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα που απολαμβάνουν όλοι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εκφράζει έντονη ανησυχία για την πορεία του εθνικού ζητήματος, σημειώνοντας ότι, 52 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η πατρίδα παραμένει διαιρεμένη και η κατοχή, όπως λέει, εδραιώνεται.
Στο ίδιο πλαίσιο απορρίπτει ως αδιέξοδες λύσεις που, κατά την εκτίμησή του, οδηγούν σε «εθνική ευθανασία», αναφερόμενος στη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, στη συνομοσπονδία ή στη λύση δύο κρατών.
«Γιορτή σε συνθήκες διαίρεσης»
Ο Αρχιεπίσκοπος όπως αναφέρει το euronews, υπογραμμίζει ότι, παρά το μήνυμα ειρήνης των Χριστουγέννων, ο κυπριακός λαός δεν μπορεί να αποσπάσει τη σκέψη του από το άλυτο δράμα της κατοχής. Όπως σημειώνει, η Κύπρος εξακολουθεί να γιορτάζει τη Γέννηση του Χριστού «σε συνθήκες διαίρεσης», βιώνοντας όχι μόνο την κατοχή, αλλά και την «αναλγησία των ισχυρών της γης». Η πραγματικότητα των κατεχομένων, των «σιωπηλών εκκλησιών» και της συνεχιζόμενης αδικίας, όπως την περιγράφει, δεν επιτρέπει -κατά τον ίδιο- μια «εορταστική λήθη».
Καλεί, έτσι, σε εθνική και πνευματική εγρήγορση: να αντληθεί δύναμη από τη γιορτή όχι για εφησυχασμό, αλλά για αναθεώρηση μιας πορείας που κρίνεται αδιέξοδη και για σοβαρό σχεδιασμό του μέλλοντος.
«Κάμψη» του αγωνιστικού φρονήματος και «άνετη προσωρινότητα»
Στην εγκύκλιο γίνεται αναφορά και στη μεταβολή της συλλογικής στάσης στο πέρασμα του χρόνου. Ο Αρχιεπίσκοπος υπενθυμίζει ότι τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή κυριαρχούσε ισχυρό αγωνιστικό φρόνημα, ωστόσο σταδιακά -όπως λέει- μειώθηκε τόσο η διάθεση για αγώνα όσο και η προσδοκία για απελευθέρωση και επιστροφή στις πατρογονικές εστίες. Σε αυτή τη μετατόπιση αποδίδει ευθύνες σε μια «άνετη προσωρινότητα», σε συνδυασμό με την παρελκυστική πολιτική της Τουρκίας και την επιδίωξή της για πλήρη επικράτηση και τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου, προειδοποιώντας για φαινόμενα κοινωνικής αποσύνθεσης.
Κριτική για διαφθορά, εγκληματικότητα και «έκπτωση» στον δημόσιο βίο
Ιδιαίτερα αιχμηρός είναι και για την εσωτερική εικόνα: μιλά για κυριαρχία εγκληματικότητας και διαφθοράς, με φόνους, απάτες, κλοπές και βία να διαμορφώνουν -όπως λέει- την καθημερινότητα, σαν ο ελληνοχριστιανικός πολιτισμός να έχει χάσει την επιρροή του.
Παράλληλα, ασκεί κριτική στο καθημερινό πέρασμα πολιτών στα κατεχόμενα, υποστηρίζοντας ότι γίνεται όχι για προσκύνημα στα «ιερά και όσια», αλλά για διασκέδαση και οικονομική ενίσχυση του κατοχικού καθεστώτος, το οποίο ερμηνεύει ως ένδειξη «έλλειψης εθνικής αυτοσυνειδησίας» και «διάθεσης υποταγής».
Στο πεδίο της πολιτικής, κάνει λόγο για «έκπτωση στον πολιτικό βίο», επισημαίνοντας ότι η στήριξη προσώπων χωρίς προσόντα για δημόσια αξιώματα από ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας ισοδυναμεί -κατά την έκφρασή του- με επιστροφή σε «πολιτικό πρωτογονισμό».
Προειδοποίηση για «αυταπάτες» στα κατεχόμενα και κάλεσμα ανασύνταξης
Αναφερόμενος στις εξελίξεις στα κατεχόμενα, προειδοποιεί για τις «αυταπάτες» που καλλιεργούνται κατά καιρούς περί δήθεν ευνοϊκών αλλαγών λόγω «εκλογών», σημειώνοντας ότι κανένας κατοχικός ηγέτης δεν μπορεί να ακολουθήσει διαφορετική γραμμή από εκείνη που υπαγορεύει η Τουρκία ή να μεταβάλει τις στρατηγικές παραμέτρους της λύσης. Εκτιμά, μάλιστα, ότι τέτοιες εντυπώσεις «διαλλακτικότητας» καταλήγουν να γεννούν νέες πιέσεις για πρόσθετες υποχωρήσεις από την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Ο Αρχιεπίσκοπος καλεί σε ανασύνταξη δυνάμεων, υπογραμμίζοντας ότι ο Ελληνισμός πρέπει να συνεχίσει να διαβιώνει στην Κύπρο, όπου -όπως αναφέρει- κατοικεί αδιάλειπτα εδώ και 35 αιώνες. Προσθέτει ότι το διεθνές περιβάλλον είναι πλέον λιγότερο προβλέψιμο από ποτέ και ότι, παρά τη σημασία των συμμαχιών, η κύρια στήριξη πρέπει να προέρχεται από τις ίδιες τις δυνάμεις της κυπριακής κοινωνίας.
Κλείνοντας, υπενθυμίζει ότι η ιστορία κρίνει αυστηρά και χωρίς «ελαφρυντικά», απευθύνει χαιρετισμό σε πρόσφυγες, εγκλωβισμένους και οικογένειες αγνοουμένων και εκφράζει την ευχή το 2026 να αποτελέσει χρονιά εντατικοποίησης των προσπαθειών για την απελευθέρωση της Κύπρου.































