Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιταχύνει τη στρατηγική της για την ενσωμάτωση της τεχνολογίας blockchain στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα, επιβεβαιώνοντας ότι έως τα μέσα του 2026 θα καταστεί δυνατός ο διακανονισμός συναλλαγών μέσω κατανεμημένων καθολικών με τη χρήση χρήματος κεντρικής τράπεζας.
Η κίνηση αυτή συνιστά κομβικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών πληρωμών χονδρικής στην ευρωζώνη και ταυτόχρονα σαφή απάντηση στην αυξανόμενη επιρροή ιδιωτικών ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων.
Σε μια περίοδο όπου η τοκενoποίηση περιουσιακών στοιχείων και οι εφαρμογές DLT μετασχηματίζουν τη διεθνή χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική, η ΕΚΤ επιχειρεί να διασφαλίσει ότι το ευρώ θα παραμείνει ο βασικός πυλώνας διακανονισμού και σταθερότητας. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο τεχνολογικό, αλλά βαθιά στρατηγικό, καθώς αγγίζει ζητήματα νομισματικής κυριαρχίας, ανταγωνιστικότητας και γεωοικονομικής ισχύος.
Το πλαίσιο αυτής της στρατηγικής παρουσιάστηκε επισήμως από τον Εκτελεστικό Σύμβουλο της ΕΚΤ, Piero Cipollone, σε ομιλία του στη Ρώμη στις 19 Δεκεμβρίου, ενώ συμπληρώθηκε από τις δημόσιες τοποθετήσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία επιβεβαίωσε ότι το τεχνικό σκέλος του ψηφιακού ευρώ έχει πλέον ολοκληρωθεί και η τελική απόφαση μεταφέρεται στο πολιτικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Διττή αρχιτεκτονική: Pontes και Appia
Η προσέγγιση της ΕΚΤ βασίζεται σε μια στρατηγική δύο επιπέδων, σχεδιασμένη να προσφέρει τόσο άμεσες λύσεις όσο και μακροπρόθεσμο όραμα για τις αγορές χονδρικής. Το πρώτο σκέλος, με την ονομασία Pontes, αποτελεί τη βραχυπρόθεσμη λύση και προβλέπεται να ξεκινήσει πιλοτικά το τρίτο τρίμηνο του 2026. Στόχος του είναι η διασύνδεση των πλατφορμών DLT με τις Υπηρεσίες TARGET του Ευρωσυστήματος, επιτρέποντας τον άμεσο διακανονισμό συναλλαγών σε χρήμα κεντρικής τράπεζας.
Μέσω του Pontes, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα μπορούν να διακανονίζουν συναλλαγές tokenized περιουσιακών στοιχείων απευθείας σε δίκτυα blockchain, αξιοποιώντας ταυτόχρονα την υφιστάμενη και αξιόπιστη υποδομή πληρωμών της ΕΚΤ. Πρόκειται για μια λύση που γεφυρώνει τον κόσμο των παραδοσιακών συστημάτων πληρωμών με τις νέες ψηφιακές αγορές.
Το δεύτερο σκέλος, το Appia, έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα και τοποθετείται χρονικά γύρω στο 2028. Η πρωτοβουλία αυτή φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα πιο ολοκληρωμένο οικοσύστημα για τις χρηματοπιστωτικές αγορές χονδρικής, διερευνώντας τη δυνατότητα ενός ευρωπαϊκού κοινόχρηστου καθολικού. Σε αυτό το πλαίσιο, το χρήμα κεντρικής τράπεζας, το χρήμα των εμπορικών τραπεζών και άλλα tokenized περιουσιακά στοιχεία θα συνυπάρχουν σε μία ενιαία πλατφόρμα, μειώνοντας τον κατακερματισμό και αυξάνοντας την αποδοτικότητα.
Τα ευρήματα του 2024 και το κενό του χρήματος κεντρικής τράπεζας
Οι πρωτοβουλίες αυτές δεν προέκυψαν σε θεωρητικό κενό. Το 2024, η ΕΚΤ ολοκλήρωσε εκτεταμένο ερευνητικό και πιλοτικό έργο με τη συμμετοχή 64 φορέων από εννέα χώρες, στο πλαίσιο του οποίου διακανονίστηκαν δοκιμαστικές συναλλαγές συνολικής αξίας περίπου 1,6 δισ. ευρώ. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά για τις προθέσεις της αγοράς.
Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν ισχυρό και σαφές ενδιαφέρον για τη χρήση χρήματος κεντρικής τράπεζας σε περιβάλλοντα DLT, με την ΕΚΤ να χαρακτηρίζει την απουσία του ως «κύριο εμπόδιο για την ανάπτυξη του οικοσυστήματος ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων». Χωρίς αυτή τη βάση, οι αγορές κινδυνεύουν να στηριχθούν αποκλειστικά σε ιδιωτικά μέσα διακανονισμού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πιστωτικό κίνδυνο και τη σταθερότητα.
Ανάχωμα στον κατακερματισμό και τα δολαριακά stablecoins
Ο Πιέρο Τσιπολόνι υπογράμμισε ότι τα έργα Pontes και Appia στοχεύουν στην αντιμετώπιση τριών δομικών προκλήσεων: του κατακερματισμού των συστημάτων πληρωμών, του μετασχηματισμού του χρήματος μέσω της τοκενoποίησης και της διαχρονικής βραδύτητας των διασυνοριακών συναλλαγών. Προειδοποίησε ότι χωρίς τοκενoποιημένο χρήμα κεντρικής τράπεζας, τα νέα ψηφιακά οικοσυστήματα θα εξαρτηθούν από ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία, επανεισάγοντας κινδύνους που το Ευρωσύστημα έχει ιστορικά περιορίσει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στον ρόλο των stablecoins που βασίζονται στο δολάριο. Σύμφωνα με τον Τσιπολόνι, η ανεξέλεγκτη εξάπλωσή τους θα μπορούσε να διαβρώσει τον διεθνή ρόλο του ευρώ, εάν η Ευρώπη δεν προσφέρει μια αξιόπιστη δημόσια εναλλακτική. Η παροχή χρήματος κεντρικής τράπεζας ως βάσης διακανονισμού στις τοκενoποιημένες αγορές θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας, χωρίς να αποκλείεται η καινοτομία του ιδιωτικού τομέα.
Το ψηφιακό ευρώ και η πολιτική απόφαση
Το ίδιο μήνυμα επανέλαβε η Κριστίν Λαγκάρντ στην τελευταία συνέντευξη Τύπου της ΕΚΤ για το 2025, στις 18 Δεκεμβρίου. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, στόχος της κεντρικής τράπεζας είναι «να διασφαλίσει ότι στην ψηφιακή εποχή θα υπάρχει νόμισμα που θα λειτουργεί ως άγκυρα σταθερότητας για το χρηματοπιστωτικό σύστημα». Η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι το τεχνικό έργο για το ψηφιακό ευρώ έχει ολοκληρωθεί και πλέον η σκυτάλη περνά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη διαμόρφωση του αναγκαίου νομικού πλαισίου.
Εφόσον η σχετική νομοθεσία εγκριθεί εντός του 2026, όπως εκτιμάται, πιλοτικές συναλλαγές θα μπορούσαν να ξεκινήσουν το 2027, με το Ευρωσύστημα να είναι τεχνικά έτοιμο για μια πρώτη πιθανή έκδοση ψηφιακού ευρώ το 2029. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΚΤ, το συνολικό κόστος ανάπτυξης του εγχειρήματος ανέρχεται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ έως το 2029, ενώ τα ετήσια λειτουργικά έξοδα υπολογίζονται στα 320 εκατ. ευρώ.
Η πορεία προς το χρήμα κεντρικής τράπεζας σε περιβάλλον blockchain έχει πλέον χαραχθεί. Αυτό που απομένει είναι η πολιτική απόφαση που θα κρίνει αν η Ευρώπη θα ηγηθεί του ψηφιακού χρηματοπιστωτικού μετασχηματισμού ή θα ακολουθήσει τις εξελίξεις που διαμορφώνονται εκτός των συνόρων της.
































