Η συζήτηση για τη δυναμική που θα μπορούσε να έχει ένας ενδεχόμενος πολιτικός φορέας με επίκεντρο τη Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να αναθερμαίνεται, όχι μόνο ως παρασκηνιακή φημολογία αλλά και ως αντικείμενο «μετρήσεων» και σεναρίων που επανέρχονται στο προσκήνιο από mainstream μέσα ενημέρωσης. Η επαναφορά αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κοινωνική κινητοποίηση ξαναπαίρνει ένταση, ενώ η πολιτική αντιπαράθεση σκληραίνει, χωρίς η αντιπολίτευση να έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει, μέχρι στιγμής, τη μεγάλη κυβερνητική φθορά και την ευρύτερη απαξίωση που καταγράφεται στην κοινή γνώμη.
Στο πλαίσιο αυτό, το ενδεχόμενο ενός νέου σχήματος που θα εμφανιστεί ως «εναλλακτική επιλογή» αντιμετωπίζεται από μερίδα του δημόσιου λόγου ως πιθανό σημείο αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού. Δεν είναι τυχαίο ότι όσο αυξάνεται η πίεση από το πεδίο -με κινητοποιήσεις κοινωνικών ομάδων και αναζωπύρωση θεμάτων διαφάνειας και λογοδοσίας- τόσο ενισχύονται και τα σενάρια για κινήσεις που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης. Σε αυτή τη συγκυρία εντάσσεται και το γεγονός ότι οι αγρότες συνδέουν πλέον τις κινητοποιήσεις τους με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με την κοινωνική δυσαρέσκεια να αποκτά πιο σαφές πολιτικό πρόσημο, ανεξάρτητα από το αν αυτό μεταφράζεται σε σταθερή κομματική έκφραση.
Η ίδια η Μαρία Καρυστιανού έχει αφήσει για πρώτη φορά ανοιχτό το ενδεχόμενο η συλλογική προσπάθεια που περιγράφει -ένα ευρύτερο κοινωνικό κίνημα- να αποκτήσει και εκλογική μορφή, υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Στις δημόσιες τοποθετήσεις της περιγράφει το υπό διαμόρφωση εγχείρημα ως κίνημα πολιτών, χωρίς κομματικές εξαρτήσεις, που θα απαρτίζεται από ανθρώπους με γνώση, διάθεση, όραμα και «ψυχή», προαναγγέλλοντας ότι, εφόσον οργανωθεί σωστά, μπορεί να εξελιχθεί σε κάτι «πολύ μεγάλο». Το βασικό της επιχείρημα συνοψίζεται στην ανάγκη να υπάρξει «κάτι να ψηφίσουμε», δηλαδή μια εναλλακτική που θα σταθεί απέναντι στο υπάρχον πολιτικό σύστημα, χωρίς όμως να αναπαράγει τους μηχανισμούς του.
Ταυτόχρονα, η Καρυστιανού εμφανίζεται κατηγορηματική ως προς τη γραμμή της μη συνεργασίας με τα υφιστάμενα κόμματα και ειδικά με τον Αλέξη Τσίπρα. Με αυτή τη στάση επιχειρεί να κλείσει εξαρχής τους «διαύλους» ενσωμάτωσης σε παλιές κομματικές φόρμες και να αποφύγει την εικόνα ενός εγχειρήματος που θα λειτουργούσε ως παρακολούθημα ή προέκταση κάποιας παλαιότερης πολιτικής περιόδου. Η απόρριψη αυτή, ωστόσο, δεν σταματά τη σεναριολογία: αντίθετα, την τροφοδοτεί, καθώς ανοίγει χώρο για ερμηνείες γύρω από το πού θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα στον πολιτικό χάρτη, ποιο ακροατήριο θα απευθυνόταν και ποιες δεξαμενές ψηφοφόρων θα μπορούσε να «τραβήξει».
Εδώ ακριβώς εντάσσονται και οι συζητήσεις περί «νέων μετρήσεων» που επιχειρούν να χαρτογραφήσουν τη δυναμική ενός υποθετικού πολιτικού φορέα με αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού. Η ουσία αυτών των σεναρίων δεν είναι μόνο το αν θα μπορούσε να συγκεντρώσει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό, αλλά κυρίως από πού θα προέκυπτε αυτό: ποια κόμματα θα υφίσταντο απώλειες, ποιοι ψηφοφόροι θα μετακινούνταν και ποιοι θα επέστρεφαν στην κάλπη. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια η ύπαρξη αυτής της συζήτησης δείχνει ότι ένα τμήμα του δημόσιου λόγου αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο όχι ως στιγμιαίο πυροτέχνημα, αλλά ως μεταβλητή που αξίζει να μετρηθεί, άρα και να προετοιμαστεί επικοινωνιακά.
Παράλληλα, η αναθέρμανση των σεναρίων δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το κλίμα δυσπιστίας που περιγράφει η Καρυστιανού απέναντι στη Δικαιοσύνη, αλλά και από την απογοήτευσή της για τον ευρωπαϊκό παράγοντα. Η κριτική της επικεντρώνεται στην πορεία της δικαστικής διερεύνησης για τα Τέμπη, στην αίσθηση ότι κρίσιμες πτυχές υποβαθμίζονται, καθώς και στην εκτίμησή της ότι υπάρχουν μεθοδεύσεις και μηχανισμοί που λειτουργούν ως κώλυμμα για την απόδοση ευθυνών. Αυτή η θεσμική δυσπιστία, ανεξάρτητα από το πώς θα αξιολογηθεί πολιτικά, είναι στοιχείο που δίνει στο αφήγημά της χαρακτήρα ευρύτερης ρήξης με το σύστημα και όχι μόνο με μια συγκεκριμένη κυβέρνηση.
Σε αυτό το σημείο, τα mainstream μέσα που επαναφέρουν τα σενάρια λειτουργούν ταυτόχρονα ως πολλαπλασιαστής και ως «εργαστήριο» πολιτικής προεξόφλησης. Η κοινωνική ένταση και η πολιτική σκλήρυνση τροφοδοτούν την ανάγκη για νέα πρόσωπα και νέες φόρμες εκπροσώπησης, ενώ η αδυναμία της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης αφήνει κενό που η δημόσια συζήτηση σπεύδει να γεμίσει -άλλοτε με ρεαλιστικούς όρους, άλλοτε με υπερβολή.
Το κρίσιμο, πάντως, είναι ότι η ίδια η Καρυστιανού δεν εμφανίζεται να προχωρά σε συγκεκριμένη κομματική δέσμευση ή σε σαφή πολιτική χωροθέτηση. Περιγράφει ένα κίνημα με κοινωνική αφετηρία, οργανωτικές προϋποθέσεις και αυστηρά κριτήρια ωριμότητας, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο εκλογικής έκφρασης μόνο εφόσον «ολοκληρωθεί σωστά». Έτσι, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διπλή: από τη μία, υπάρχει μια πραγματική κοινωνική δυναμική που αναζητά διέξοδο. Από την άλλη, υπάρχει ένα πυκνό επικοινωνιακό περιβάλλον που στήνει σενάρια, μετρά υποθέσεις και ανακυκλώνει ερμηνείες, σε μια στιγμή όπου η κοινωνική πίεση, οι κινητοποιήσεις και η γενικευμένη δυσπιστία καθιστούν το πολιτικό σύστημα πιο ευάλωτο σε αιφνίδιες μετατοπίσεις.
Αν τελικά το εγχείρημα παραμείνει κίνημα ή περάσει στην κομματική μορφή, θα κριθεί όχι από τη σεναριολογία αλλά από το αν μπορεί να αποκτήσει δομή, πρόσωπα και πρόγραμμα που να αντιστοιχούν στο μέγεθος των προσδοκιών που ήδη του αποδίδονται. Μέχρι τότε, το βασικό πολιτικό γεγονός είναι ότι η ιδέα και μόνο ενός τέτοιου ενδεχομένου έχει μπει στο κέντρο της συζήτησης, ως ένδειξη ότι το κενό εκπροσώπησης μεγαλώνει -και ότι η κοινωνία ψάχνει, με ένταση, «κάτι να ψηφίσει».































