Με μια κίνηση που διαβάζεται περισσότερο ως πολιτικό σήμα παρά ως τεχνοκρατική άσκηση, ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να ανοίξει το «βαρύ» πεδίο της οικονομίας -εκεί όπου η κυβέρνηση Μητσοτάκη επενδύει σταθερά το βασικό της αφήγημα. Η πρώτη έκδοση της σειράς «FLASH Ανάλυση | Οικονομία» από το Ινστιτούτο Τσίπρα επιχειρεί να υπονομεύσει τη λογική του success story, όχι με γενικές καταγγελίες, αλλά με σύγκριση μεγεθών στη δεκαετία 2014-2024 και ειδικά στις δύο πενταετίες 2015-2019 και 2019-2024, πάνω στη γνωστή αντιπαράθεση “καταστροφή” έναντι “απογείωσης”.
Αυτό είναι το πρώτο δείγμα μιας αντιπολιτευτικής γραφής που ο πρώην πρωθυπουργός φαίνεται να θέλει να οικοδομήσει: «αντιστροφή πλαισίου» με αριθμούς, ώστε να διεκδικήσει αξιοπιστία και να εμφανιστεί ως συστημικά αποτελεσματική εναλλακτική. Με άλλα λόγια, δεν επιλέγει να πάει πρώτα στο θυμικό. Επιλέγει συνομιλεί με όσους ζητούν αποδείξεις πριν από οτιδήποτε άλλο.
Το ακροατήριο είναι διπλό. Από τη μία, η επιχειρηματική ελίτ και οι διεθνείς συνομιλητές που, σε περιόδους πολιτικής ρευστότητας, ψάχνουν «μια δεύτερη λύση» με τεκμηρίωση και πειθαρχία. Από την άλλη, η κοινωνική βάση που θέλει να πιστέψει ότι κάποιος μπορεί να μεταφράσει τους δείκτες σε πραγματικότητα -σε μισθούς, σε δουλειές, σε αντοχές του νοικοκυριού. Η στρατηγική του Τσίπρα επιχειρεί να συνδέσει τα δύο, δημιουργώντας ένα ενιαίο αφήγημα: «η οικονομία μπορεί να έχει ρυθμούς, αλλά δεν έχει ισορροπία, δεν έχει ποιότητα, δεν έχει διάχυση».
Το υλικό που παράγει το Ινστιτούτο του δίνει έτοιμους άξονες αντιπαράθεσης. Πρώτον, θέτει θέμα «καθαρής εικόνας» για την ανάπτυξη: υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει θεαματική αλλαγή στο τέλος της περιόδου, άρα το success story δεν στέκει ως μοναδική ανάγνωση. Δεύτερον, ανεβάζει την ένταση στο πεδίο της εξωστρέφειας, αφήνοντας υπαινιγμό ότι το εμπορικό ισοζύγιο δεν δικαιολογεί πανηγυρική ρητορική. Τρίτον, κάνει στοχευμένη κριτική στις επενδύσεις: ναι στην αύξηση, αλλά με έμφαση στη σύνθεση, υπαινισσόμενο ότι ένα μεγάλο μέρος τους κατευθύνεται σε κατοικίες/κατασκευές ή σε κατηγορίες που δεν μεταφράζονται άμεσα σε παραγωγική αναβάθμιση. Τέταρτον, πιάνει τον κοινωνικό πυρήνα του επιχειρήματος, δηλαδή το αν η ανάπτυξη “περνάει” στην εργασία, χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς τη συζήτηση για το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ.
Εδώ είναι και το πολιτικό κλειδί. Ο Τσίπρας δεν επιδιώκει απλώς να πει “δεν τα πάτε τόσο καλά”. Επιχειρεί να πει “τα πάτε όπως σας βολεύει να φαίνεται”. Και να μετακινήσει την κουβέντα από το «πόσο ανέβηκε ο δείκτης» στο «τι είδους ανάπτυξη είναι αυτή, ποιον ωφελεί και τι αφήνει πίσω». Αν το πετύχει, έχει ήδη κερδίσει το μισό παιχνίδι: γιατί το «δυνατό χαρτί» του Μητσοτάκη στην οικονομία μετατρέπεται σε πεδίο αμφισβήτησης -και η αντιπολίτευση αποκτά ράγα πάνω στην οποία μπορεί να τρέξει με συνέπεια.
Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν αυτό το σχέδιο θα “κουμπώσει” επικοινωνιακά. Πολλά θα κριθούν από δύο παράγοντες. Πρώτον, από τη στάση των media απέναντι στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα και στο παραγόμενο υλικό: αν θα το αντιμετωπίσουν ως εργαλείο δημόσιας συζήτησης ή θα το σπρώξουν στο περιθώριο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεύτερον, από το αν η επικοινωνιακή του ομάδα μπορεί να κρατήσει τη συζήτηση στην ουσία, να χτίσει μέτωπο και στα social media και να αποφύγει την επιστροφή στο “ξεκατίνιασμα” που σκεπάζει τα πάντα -ιδίως όταν οι αντίπαλοι ποντάρουν στη φθορά και όχι στην αντιπαράθεση επί των δεδομένων.































