Σοβαρά και διαρθρωτικά κενά στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης αποκαλύπτει η ειδική έκθεση 26/2025 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), φέρνοντας στο προσκήνιο όχι μόνο τις αδυναμίες συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων οργάνων, αλλά κυρίως την ανεπαρκή εποπτεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής επί των χρημάτων που χάνονται – και δεν είναι σαφές αν επιστρέφονται ποτέ – στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
«Σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ διαχειρίζεται πρωτοφανείς πόρους – από το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο έως το Ταμείο Ανάκαμψης – η διαπίστωση ότι η Κομισιόν δεν γνωρίζει με βεβαιότητα αν όλα τα χρήματα που χάνονται λόγω απάτης επιστρέφουν ποτέ στα ταμεία της Ένωσης συνιστά σοβαρό θεσμικό καμπανάκι.»
Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) διαθέτουν σαφείς και συμπληρωματικές εντολές, το σύστημα στο σύνολό του παραμένει περίπλοκο, κατακερματισμένο και, σε κρίσιμα σημεία, αναποτελεσματικό. Όπως επισήμανε η Katarína Kaszasová, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο, οι αδυναμίες στην ανταλλαγή πληροφοριών δεν είναι τυπικό ζήτημα διαδικασίας, αλλά έχουν άμεσο αντίκτυπο στον αριθμό και την ταχύτητα των ερευνών, καθώς και στην ικανότητα της Επιτροπής να προστατεύει ουσιαστικά τον κοινοτικό προϋπολογισμό .
Στο επίκεντρο των ευρημάτων βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται το σύστημα τις καταγγελίες απάτης. Το ΕΕΣ περιγράφει ένα πολύπλοκο πλαίσιο, με διαφορετικές υποχρεώσεις καταγγελίας ανάλογα με τον φορέα, που οδηγεί σε διπλές καταχωρίσεις και, κατ’ επέκταση, σε διοικητικό φόρτο τόσο για όσους καταγγέλλουν όσο και για όσους επεξεργάζονται τις πληροφορίες. Η διπλή αυτή ροή δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό βάρος: η έκθεση τονίζει ότι, με τον τρόπο που είναι δομημένο σήμερα το σύστημα, δεν διασφαλίζεται ότι όλες οι καταγγελίες φτάνουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ώστε να αξιολογηθούν ως προς το αν συνιστούν πιθανή εγκληματική δραστηριότητα. Παράλληλα, οι διαδικασίες διαβίβασης καταγγελιών από την OLAF στην EPPO κρίνονται επαχθείς, ενώ και η ανταλλαγή πληροφοριών από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προς την OLAF εμφανίζει περιορισμούς, μειώνοντας τη δυνατότητα να ληφθούν πρόσθετα προστατευτικά μέτρα, όπως ο αποκλεισμός από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση .
Τα δεδομένα που παραθέτει ο έλεγχος ενισχύουν την αίσθηση ότι η αρχιτεκτονική λειτουργεί με «νεκρές ζώνες». Μεταξύ 2022 και 2024, οι δύο βασικοί φορείς (OLAF και EPPO) έλαβαν συνολικά περίπου 27.000 καταγγελίες, από τις οποίες κατά μέσο όρο μόνο το ένα τρίτο κρίθηκε άξιο διερεύνησης. Ταυτόχρονα, τα όργανα της ΕΕ καταγγέλλουν τρεις φορές περισσότερες υποθέσεις στην OLAF απ’ ό,τι στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Και ακόμη πιο κρίσιμο: σε αρκετά κράτη μέλη παρατηρείται «σημαντικό χάσμα» ανάμεσα στο μερίδιο προϋπολογισμού της ΕΕ που διαχειρίζονται και στον αριθμό των υποθέσεων απάτης που αναφέρουν, χωρίς η Επιτροπή να έχει προχωρήσει σε ανάλυση των λόγων αυτών των αποκλίσεων . Σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι στηρίζεται στην έγκαιρη ανίχνευση και καταγγελία, η απουσία τέτοιας ανάλυσης από την Κομισιόν δεν είναι δευτερεύον έλλειμμα: σημαίνει ότι δεν υπάρχει πραγματικός χάρτης κινδύνου, ούτε σαφής εικόνα για το πού «υπο-αναφέρεται» η απάτη και γιατί.
Το δεύτερο μεγάλο αγκάθι – και εκεί όπου η πολιτική ευθύνη της Επιτροπής γίνεται σχεδόν αναπόφευκτη – αφορά την παρακολούθηση των ανακτήσεων. Από τις έρευνες της OLAF την περίοδο 2022-2024 προέκυψαν συστάσεις για επιστροφές άνω των 600 εκατ. ευρώ προς τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ενώ έως το τέλος του 2024 είχαν ήδη επιστραφεί πάνω από 20 εκατ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δέσμευσε περιουσιακά στοιχεία αξίας 3 δισ. ευρώ και, το 2024, εθνικά δικαστήρια διέταξαν τις αρμόδιες αρχές να ανακτήσουν πάνω από 230 εκατ. ευρώ που συνδέονταν με εγκληματική δραστηριότητα. Τα μεγέθη αυτά δείχνουν ότι γίνονται κινήσεις και ότι υπάρχει αποτέλεσμα. Όμως, όπως το θέτει ωμά η ομιλία στο press briefing, «η Επιτροπή δεν γνωρίζει αν όλα τα χρήματα που οφείλονται στον προϋπολογισμό της ΕΕ επιστρέφονται» – επειδή δεν υπάρχει μηχανισμός που να παρακολουθεί την εκτέλεση των ανακτήσεων που διατάσσονται από δικαστήρια .
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στις απαντήσεις της προς το ΕΕΣ, προσπαθεί να αναδείξει τη θετική πλευρά: τη θεσμική εξέλιξη του πλαισίου, τη σημασία της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την ανάγκη να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών. Ωστόσο, το κρίσιμο είναι ότι αποδέχεται τις βασικές συστάσεις του ΕΕΣ: συμφωνεί στην ανάγκη δημιουργίας διαλειτουργικού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών (με κεντρικό αποθετήριο καταγγελιών), στην ανάλυση των διαφορών στα επίπεδα καταγγελιών και στην ανάπτυξη μεθοδολογίας για μέτρηση και εποπτεία του συνολικού οικονομικού αντίκτυπου των ερευνών, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσεων που προκύπτουν από εθνικές δικαστικές αποφάσεις . Το ότι οι λύσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά έως το 2028, την ώρα που οι χρηματοδοτικοί κίνδυνοι είναι «τώρα», αφήνει μια πολιτικά δυσάρεστη αίσθηση καθυστέρησης: σαν να αναγνωρίζεται το πρόβλημα, αλλά να μετατίθεται η ουσιαστική αντιμετώπισή του σε βάθος χρόνου.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα – και σε ένα σημείο, έμμεσα αποκαλυπτική – είναι η στάση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Στις δικές της απαντήσεις, η EPPO τονίζει ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο επιβάλλει περιορισμούς στην ανταλλαγή πληροφοριών, ακριβώς για να προστατευθεί το απόρρητο των ποινικών ερευνών και τα δικαιώματα των υπόπτων. Υπογραμμίζει επίσης ότι οι «συμπληρωματικές έρευνες» της OLAF, αν και παρουσιάζονται ως εργαλείο ενίσχυσης της προστασίας του προϋπολογισμού, στην πράξη έχουν αξία μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, ενώ προειδοποιεί ότι παράλληλες διοικητικές έρευνες μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο ποινικές έρευνες (με κίνδυνο απώλειας αποδεικτικών στοιχείων ή υπονόμευσης του παραδεκτού τους) . Με άλλα λόγια, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μεταφέρει το επίκεντρο από το «περισσότερη ανταλλαγή πληροφοριών πάση θυσία» στο «ανταλλαγή πληροφοριών με κανόνες», υπονοώντας ότι η πολιτική και διοικητική διαχείριση του συστήματος δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της αποτελεσματικότητας των ποινικών διαδικασιών.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που δυσκολεύει την Κομισιόν: το σύστημα έχει δομές, έχει θεσμούς, έχει υποθέσεις και ποσά, αλλά δεν έχει συνοχή και πλήρη διαφάνεια στη ροή πληροφόρησης και – κυρίως – στην παρακολούθηση του τελικού αποτελέσματος. Και όσο η Επιτροπή δεν μπορεί να απαντήσει καθαρά στο απλό ερώτημα «επιστρέφουν όλα τα οφειλόμενα στον προϋπολογισμό;», τόσο θα μένει ανοιχτό το κενό αξιοπιστίας. Η υπό εξέλιξη αναθεώρηση της αντι-απατητικής αρχιτεκτονικής είναι πράγματι μια ευκαιρία, αλλά η έκθεση του ΕΕΣ δείχνει ότι δεν αρκεί μια γενική δέσμευση για «βελτιώσεις»: απαιτείται σύστημα που να μειώνει τον διοικητικό φόρτο, να κλείνει τα κενά στην ενημέρωση και να επιτρέπει στην Κομισιόν να ασκεί εποπτεία εκεί που σήμερα παραδέχεται – έστω εμμέσως – ότι δεν έχει πλήρη εικόνα .
Σ’ αυτό το πλαίσιο, το «θεσμικό καμπανάκι» δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι προειδοποίηση ότι, όσο η Ένωση διαχειρίζεται πρωτοφανείς πόρους, οι αδυναμίες στην ανταλλαγή πληροφοριών και η έλλειψη συστηματικής εποπτείας δεν είναι απλώς τεχνοκρατικό πρόβλημα: είναι πολιτικό ρίσκο και δημοσιονομικό κενό, που μπορεί να μετατραπεί σε κρίση εμπιστοσύνης, ακριβώς τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών και πολιτικών προσδοκιών .
































