Η σχέση Ινδίας-Ρωσίας φαίνειται να εισέρχεται σε νέα φάση επαναπροσδιορισμού. Ο Ναρέντα Μόντι σίγουρα δεν δείχνει διάθεση να έρθει σε ρήξη με τη Μόσχα. Στόχος του, όπως όλα δείχνουν δεν είναι να κόψει τους δεσμούς με τη Μόσχα, αλλά να τους στήσει εκ νέου με όρους και κανόνες που εξυπηρετούν πρώτα τη χώρα του και χωρίς να του στερούν την πρόσβαση στις δυτικές αγορές.
Η επίσκεψη του Βλαντίμιρ Πούτιν στο Νέο Δελχί πραγματοποιείται σε μια συγκυρία όπου αρκετές ινδικές εταιρίες περιορίζουν ή διακόπτουν τις προμήθειες ρωσικού πετρελαίου, δοκιμάζοντας στην πράξη τα όρια της ινδορωσικής στρατηγικής σχέσης. Παρότι ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ επιμένει ότι οι ενεργειακές συναλλαγές «ωφελούν σε μεγάλο βαθμό την Ινδία και είναι επωφελείς και για τις δύο πλευρές», η εικόνα της αγοράς είναι πιο σύνθετη: οι εκπτώσεις στο ρωσικό αργό έχουν σχεδόν εκλείψει, η Ουάσιγκτον κλιμακώνει δασμούς και κυρώσεις σε ρωσικούς ομίλους, και ινδικά διυλιστήρια επανακοστολογούν το ρίσκο.
Παράλληλα, το Νέο Δελχί εξακολουθεί να αποφεύγει ρητή καταδίκη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, διατηρώντας την παραδοσιακή «ειδική στρατηγική σχέση» με τη Μόσχα, ενώ ταυτόχρονα διευρύνει θεαματικά τη συνεργασία του με τις ΗΠΑ και την ΕΕ σε τεχνολογία, άμυνα, ημιαγωγούς και πράσινη μετάβαση. Η νυν κυβέρνηση Τραμπ έχει μετατρέψει το ρωσικό πετρέλαιο σε μοχλό πίεσης, με στοχευμένες κυρώσεις και δασμούς 25% σε επιλεγμένες ινδικές εξαγωγές, επιβάλλοντας στην Ινδία μια λεπτή διπλωματική ισορροπία ανάμεσα σε Ουάσιγκτον, Μόσχα και Πεκίνο.
Η ουσία είναι ότι η Ινδία δεν εγκαταλείπει τη Μόσχα· αναδιαμορφώνει όμως τη σχέση σε όρους σκληρής γεωοικονομικής συναλλαγής. Στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται , η ενεργειακή ασφάλεια, η αμυντική εξάρτηση και οι δυτικές κυρώσεις παύουν να είναι μονομερείς παράγοντες και γίνονται κομμάτια ενός πολύπλοκου παζλ, στο οποίο το Νέο Δελχί διεκδικεί ρόλο πρωταγωνιστή και όχι παθητικού αποδέκτη πιέσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση των ινδικών εισαγωγών ρωσικού πετρελαίου δεν ισοδυναμεί με στρατηγική ρήξη, αλλά με ψυχρή αναδιάρθρωση ρίσκου και κόστους. Η σχέση Ινδίας-Ρωσίας μετακινείται από την φάση της «ρωσικής σωσίβιας γραμμής» των ετών 2022-2024 –όταν η Μόσχα βρήκε στην Ινδία τον βασικό αγοραστή του πετρελαίου της– σε μια πιο σκληρή, συναλλακτική ισορροπία, όπου το Νέο Δελχί αξιοποιεί τις πιέσεις της Δύσης για να εξασφαλίσει καλύτερους όρους από όλους τους παίκτες.
Τι αλλάζει στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου
Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η Ινδία εκμεταλλεύτηκε τις μεγάλες εκπτώσεις στο ρωσικό αργό και μετέτρεψε τη Μόσχα στον κορυφαίο της προμηθευτή, με το ρωσικό πετρέλαιο να φτάνει περίπου στο 40% των συνολικών εισαγωγών το 2024. Το 2025 όμως, το σκηνικό αλλάζει: οι αμερικανικές κυρώσεις σε κολοσσιαίους παραγωγούς όπως η Rosneft και η Lukoil, σε συνδυασμό με περιορισμούς σε ναυτιλιακές υπηρεσίες και ασφάλιση, οδηγούν τις ινδικές εισαγωγές σε χαμηλό τριετίας.
Καθώς οι δυτικές πιέσεις κλιμακώνονται, οι εκπτώσεις στο ρωσικό αργό –που κάποτε έφταναν τα 20-25 δολάρια/βαρέλι– έχουν περιοριστεί σε 1,5-3 δολάρια/βαρέλι, αφαιρώντας το βασικό κίνητρο για την προτίμηση των ινδικών διυλιστηρίων στις ρωσικές προμήθειες. Την ίδια στιγμή, οι πρόσθετοι αμερικανικοί δασμοί 25% σε επιλεγμένα ινδικά εξαγώγιμα προϊόντα, ως «ποινή» για τη συνέχιση αγοράς ρωσικού πετρελαίου, αλλάζουν ριζικά τη μαθηματική εξίσωση κερδοφορίας.
Χαρακτηριστική είναι η απόφαση της Reliance Industries –του μεγαλύτερου ιδιωτικού ομίλου διύλισης της χώρας– να διακόψει τις εισαγωγές ρωσικού αργού για τη μονάδα Jamnagar που παράγει αποκλειστικά για εξαγωγές, ώστε να συμμορφωθεί με το πλαίσιο κυρώσεων της ΕΕ και να προστατεύσει την πρόσβαση στις δυτικές αγορές. Παράλληλα, κρατικές και ιδιωτικές εταιρίες όπως οι state refiners έχουν παγώσει νέες φορτώσεις από εταιρίες που βρίσκονται ευθέως σε αμερικανικές λίστες κυρώσεων.
Το κενό καλύπτεται με αυξημένες αγορές από τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και άλλους παραγωγούς της Μέσης Ανατολής, καθώς και με μεγαλύτερη ευελιξία σε spot αγορές. Η κίνηση αυτή δεν συνιστά «ηθική αποστασιοποίηση» από τη Μόσχα, αλλά προσαρμογή στον νέο συσχετισμό κόστους-οφέλους: όταν οι εκπτώσεις εξανεμίζονται και το ρίσκο κυρώσεων μεταφράζεται σε δασμούς και απώλεια πρόσβασης στις δυτικές αγορές, το «φθηνό» ρωσικό πετρέλαιο παύει να είναι ευκαιρία και γίνεται ασύμφορο trade-off.
«Παροδική κάμψη και σύνθετες παρακάμψεις»
Απέναντι σε αυτή τη σταδιακή μείωση των ινδικών εισαγωγών, η Μόσχα επιλέγει μια γραμμή καθησυχασμού. Ο Ντμίτρι Πεσκόφ τονίζει ότι οι ενεργειακές συναλλαγές με την Ινδία είναι «εξαιρετικά επωφελείς» και για τις δύο πλευρές και χαρακτηρίζει την κάμψη «προσωρινή», αποδίδοντάς την σε τεχνικά ζητήματα κυρώσεων και ασφάλισης, όχι σε πολιτική μεταστροφής του Νέου Δελχί.
Το Κρεμλίνο υποστηρίζει ότι μπορεί να αξιοποιήσει «σύνθετες τεχνολογίες» παράκαμψης των δυτικών περιορισμών (σε ναυτιλία, ασφάλιση, πληρωμές), ώστε να συνεχίσει να τροφοδοτεί την Ινδία με μεγάλους όγκους αργού. Παράλληλα, επιχειρεί να εμπλουτίσει το διμερές αφήγημα με νέους πυλώνες συνεργασίας: προώθηση ρωσικών προτάσεων για μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, αύξηση των εισαγωγών ινδικών αγαθών, εγκατάσταση ρωσικών τραπεζικών υποκαταστημάτων στην Ινδία, αλλά και νέα κοινά βιομηχανικά σχήματα σε λιπάσματα και χημικά.
Η ρωσική αφήγηση επιχειρεί επίσης να αποσυνδέσει την Ινδία από το αφήγημα «παράκαμψης κυρώσεων», παρουσιάζοντάς την ως ορθολογικό, αξιόπιστο αγοραστή που δέχεται αθέμιτη πίεση από τις ΗΠΑ, ενώ η ίδια η Δύση συνεχίζει –όπως υπογραμμίζει η Μόσχα– να αγοράζει ρωσικά καύσιμα υπό άλλες μορφές (π.χ. πυρηνικά, διυλισμένα προϊόντα μέσω τρίτων χωρών).
Διπλωματική ισορροπία και «μη-ευθυγράμμιση 2.0»
Η Ινδία μέχρι σήμερα αποφεύγει να καταδικάσει ρητά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, περιοριζόμενη σε αναφορές για «σεβασμό του διεθνούς δικαίου», «σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας» και ανάγκη «διαλόγου». Η στάση αυτή εδράζεται σε μακρά παράδοση στρατηγικής αυτονομίας, αλλά και στην πραγματικότητα ότι η Ρωσία παραμένει ιστορικά η σημαντικότερη πηγή οπλικών συστημάτων και, πλέον, ο μεγαλύτερος προμηθευτής πετρελαίου.
Ταυτόχρονα, η Ινδία εμβαθύνει τη σύγκλιση με τη Δύση: είναι κρίσιμος εταίρος των ΗΠΑ στο QUAD, ενισχύει την αμυντική συμπαραγωγή με αμερικανικές και γαλλικές εταιρίες, ενώ συνομιλεί με την ΕΕ για αλυσίδες αξίας, ημιαγωγούς και πράσινη μετάβαση. Η νυν κυβέρνηση Τραμπ εργαλειοποιεί το ζήτημα του ρωσικού πετρελαίου με συνδυασμό δευτερογενών κυρώσεων, πιέσεων σε ινδικές τράπεζες και στοχευμένων δασμών, μετατρέποντας την ενεργειακή σχέση Ινδίας-Ρωσίας σε μοχλό επιρροής πάνω στο Νέο Δελχί.
Η απάντηση της ινδικής ηγεσίας είναι κλιμακωτή και μετρημένη: περιορισμός των πιο εκτεθειμένων ροών ρωσικού πετρελαίου, συμμόρφωση των μεγαλύτερων παικτών (όπως η Reliance) με τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πλαίσια, αλλά διατήρηση επαρκών εισαγωγών ώστε να μπορεί να δηλώνει προς τη Μόσχα ότι παραμένει βασικός πελάτης και προς τη Δύση ότι «συμμορφώνεται» σε μεγάλο βαθμό με το πνεύμα των κυρώσεων.
Το αποτέλεσμα είναι μια de-facto «μη-ευθυγράμμιση 2.0». Η Ινδία δεν επιθυμεί να ενταχθεί ούτε σε αυστηρό δυτικό μπλοκ κυρώσεων, ούτε σε έναν κλειστό άξονα Ρωσίας-Κίνας, αλλά να λειτουργεί ως αυτόνομος γεωοικονομικός πόλος, με δυνατότητα ελιγμών και πρόσβαση σε όλες τις μεγάλες αγορές.
Εμπόριο 68,7 δισ. δολ.: ασυμμετρίες και στρατηγική εξάρτηση
Το διμερές εμπόριο Ινδίας-Ρωσίας έφτασε σε ιστορικό ρεκόρ περίπου 68,7 δισ. δολαρίων το οικονομικό έτος 2024-25, σχεδόν εξαπλάσιο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα. Από αυτά, οι ινδικές εξαγωγές ανήλθαν σε περίπου 4,9 δισ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές από τη Ρωσία ξεπέρασαν τα 63 δισ., κυρίως σε πετρέλαιο, προϊόντα ενέργειας και λιπάσματα.
Η δομή αυτή δημιουργεί μια σαφή ασυμμετρία: η Ρωσία αποκτά έναν σταθερό, μεγάλης κλίμακας αγοραστή για την ενέργεια και τα βασικά της προϊόντα σε μια περίοδο διεθνούς απομόνωσης, ενώ η Ινδία συσσωρεύει ένα σημαντικό εμπορικό έλλειμμα σε ρούβλια και δολάρια, το οποίο καθιστά τη σχέση στρατηγικά ευάλωτη σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης με τη Δύση.
Το Νέο Δελχί αναζητεί τρόπους να ανακουφίσει αυτή την ασυμμετρία και πειραματίζεται με διακανονισμούς σε ρουπία-ρούβλι. Ταυτόχρονα επιδιώκει αύξηση των εξαγωγών φαρμακευτικών, γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων στη ρωσική αγορά, ενώ ενθαρρύνει ινδικές εταιρίες να επενδύσουν σε ρωσικά projects ενέργειας και λιπασμάτων. Ωστόσο, όσο ο πυρήνας του εμπορίου παραμένει το πετρέλαιο, η Ινδία γνωρίζει ότι η εξάρτηση από ένα προϊόν εκτεθειμένο σε κυρώσεις, ασφάλιση και γεωπολιτικά σοκ μπορεί να μετατραπεί από πλεονέκτημα κόστους σε στρατηγικό βαρίδι.
Αμυντική διάσταση: S-400, πιθανό S-500 και το Su-57
Παρά τη μερική στροφή σε γαλλικά μαχητικά Rafale και την επιτάχυνση των εγχώριων προγραμμάτων, η Ρωσία παραμένει πυλώνας υψηλής τεχνολογίας για την ινδική άμυνα: συστήματα αεράμυνας μεγάλου βεληνεκούς, κινητήρες αεροσκαφών, πυραυλικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές συντήρησης.
Στο επίκεντρο της ατζέντας της επίσκεψης Πούτιν βρίσκονται πρόσθετες συστοιχίες S-400, πιθανές προσφορές S-500 με σημαντική μεταφορά τεχνολογίας, καθώς και η προοπτική συμμετοχής της Ινδίας στο ρωσικό μαχητικό πέμπτης γενιάς Su-57, είτε ως μελλοντικός αγοραστής είτε ως συμπαραγωγός σε συγκεκριμένα υποσυστήματα.
Ο ινδικός Τύπος έχει αναδείξει έντονα το ενδιαφέρον του στρατεύματος για τα συστήματα αυτά, ιδίως μετά από επεισόδια έντασης με το Πακιστάν και την Κίνα, στα οποία η αντιαεροπορική ομπρέλα μεγάλης εμβέλειας θεωρήθηκε κρίσιμος παράγοντας αποτροπής. Η υφιστάμενη εξάρτηση σε ανταλλακτικά, εκπαίδευση και υποστήριξη για ρωσικής προέλευσης πλατφόρμες εξασφαλίζει στη Μόσχα μια μορφή «σκληρού πυρήνα» επιρροής, ακόμη κι αν το ενεργειακό σκέλος της σχέσης γίνει πιο ευμετάβλητο.
Για το Νέο Δελχί, η απάντηση είναι διπλή: μεγιστοποίηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας (συμπαραγωγές, τοπική κατασκευή, μεταφορά τεχνογνωσίας) σε κάθε νέα συμφωνία με τη Ρωσία, και ταυτόχρονη διεύρυνση της συνεργασίας με τη Γαλλία και άλλους δυτικούς προμηθευτές, ώστε να μειωθεί σταδιακά η μονοδιάστατη εξάρτηση από ρωσικά συστήματα.
Η Ινδία μεταξύ ΗΠΑ – Ρωσίας – Κίνας
Η επίσκεψη Πούτιν πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον όπου και οι δύο πλευρές αντιμετωπίζουν σύνθετες προκλήσεις. Η Ρωσία χρειάζεται να κρατήσει ανοιχτές τις ενεργειακές της εξαγωγές και τις διεθνείς πωλήσεις οπλικών συστημάτων, ώστε να αντισταθμίσει το βάρος ενός παρατεταμένου πολέμου και των κυρώσεων. Η Ινδία, από την άλλη, χρειάζεται αντιστάθμισμα απέναντι στην Κίνα –τόσο στα χερσαία σύνορα όσο και στον Ινδικό Ωκεανό– και ευέλικτες ενεργειακές ροές που δεν θα την εγκλωβίζουν σε ένα μόνο μπλοκ.
Για τις ΗΠΑ και τη Δύση, η Ινδία αποτελεί κρίσιμο πυλώνα στην ανάσχεση της Κίνας. Αυτό θέτει όρια στην αυστηρότητα των κυρώσεων: το ζητούμενο δεν είναι να «σπάσει» η σχέση Νέου Δελχί-Μόσχας, αλλά να περιοριστεί η ρωσική ρευστότητα χωρίς να ωθηθεί η Ινδία σε πλήρη εναρμόνιση με τον ρωσο-κινεζικό άξονα.
Η Μόσχα, σε στρατηγική σύμπλευση με το Πεκίνο, αντιμετωπίζει την Ινδία ως κρίσιμο «εναλλακτικό άγκιστρο» στην Ασία, ικανό να περιορίσει την υπερβολική εξάρτηση από την Κίνα στις εξαγωγές ενέργειας και οπλικών συστημάτων. Το Νέο Δελχί, όμως, δεν επιθυμεί να γίνει ούτε «πελάτης εκπτώσεων» της Ρωσίας ούτε «υποκείμενο κυρώσεων» των ΗΠΑ· επιδιώκει να αξιοποιήσει τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων για να ενισχύσει τη δική του στρατηγική αυτονομία.
Πέρα από τη «νίκη των κυρώσεων»
Πρώτον, η μείωση του ρωσικού πετρελαίου δεν είναι απλή «νίκη των κυρώσεων», αλλά αναδιάρθρωση ρίσκου. Η κυρίαρχη δυτική αφήγηση παρουσιάζει τη συρρίκνωση των ινδικών εισαγωγών ως άμεσο αποτέλεσμα «επιτυχημένης πίεσης». Μια πιο κοντραριανή οπτική βλέπει την Ινδία να επανατιμολογεί το ρίσκο: όταν το περιθώριο κέρδους στο ρωσικό αργό πέφτει κάτω από τα 2-3 δολάρια/βαρέλι και ταυτόχρονα επιβάλλονται δασμοί 25% σε βασικές εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, το trade γίνεται απλώς ασύμφορο.
Δεύτερον, το «ηθικό» επιχείρημα για την Ουκρανία λειτουργεί περισσότερο ως ρητορικό κάλυμμα. Η διαχείριση των κυρώσεων έναντι της Ινδίας είναι σαφώς πιο ευέλικτη σε σχέση με μικρότερες χώρες, ενώ η ίδια η Ινδία χρησιμοποιεί τη γλώσσα των «αρχών» κυρίως για να διατηρεί διπλωματικό χώρο ελιγμών. Ούτε η Δύση θέλει να χάσει την Ινδία ως εταίρο στην ανάσχεση της Κίνας, ούτε η Ινδία θέλει να κόψει οριστικά τις γέφυρες με μια χώρα που της παρέχει φθηνή ενέργεια και κρίσιμα οπλικά συστήματα.
Τρίτον, η Μόσχα εργαλειοποιεί την ινδική αμφιθυμία για να πιέσει τη νυν κυβέρνηση Τραμπ. Δημόσιες αναφορές Ρώσων αξιωματούχων ότι «και η Δύση συνεχίζει να αγοράζει ρωσικά καύσιμα» και ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να «συζητήσει» το καθεστώς κυρώσεων με τις ΗΠΑ θέτουν την Ινδία σε θέση «λογικού, αδικημένου εταίρου» που δέχεται δυσανάλογη πίεση. Αυτό λειτουργεί ως έμμεσο διαπραγματευτικό χαρτί προς την Ουάσιγκτον: όσο πιο σκληρή η πίεση στην Ινδία, τόσο εντονότερο το ρωσικό αφήγημα περί διπλών μέτρων, ειδικά στον παγκόσμιο Νότο.
Τέταρτον, ο πραγματικός «σκληρός πυρήνας» της σχέσης είναι η άμυνα, όχι το πετρέλαιο. Ακόμη και αν η Ινδία μειώσει σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικού αργού, η βαθιά διασύνδεση σε συστήματα αεράμυνας, κινητήρες και πυραυλική τεχνολογία δημιουργεί δεσμούς που δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα ούτε γρήγορα. Η Μόσχα γνωρίζει ότι όσο παραμένει κρίσιμη για την ινδική επιχειρησιακή ετοιμότητα, η Νέα Δελχί δεν θα προχωρήσει σε πλήρη στρατηγική απομάκρυνση.
Πέμπτον, η Ινδία εξελίσσεται σε de-facto διαμορφωτή της παγκόσμιας αγοράς κυρώσεων. Ως ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου μετά το 2022, οι επιλογές της επηρεάζουν σε βάθος την αποτελεσματικότητα των δυτικών κυρώσεων. Η σταδιακή στροφή της από τον ρόλο του «αρμπιτράζ πετρελαίου» σε πιο διαφοροποιημένο ενεργειακό χαρτοφυλάκιο δείχνει ότι μεγάλες αναδυόμενες δυνάμεις μπορούν να κοστολογούν πολιτικά το ρίσκο κυρώσεων και να το μετακυλούν στη Δύση ως τίμημα πρόσβασης στις αγορές τους.
Σενάρια για την επόμενη μέρα
Σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης των αμερικανικών κυρώσεων –για παράδειγμα, με αυστηρότερο πλαίσιο για θαλάσσια ασφάλιση και ναυτιλία ή με επέκταση δευτερογενών μέτρων σε ασιατικές τράπεζες που διευκολύνουν συναλλαγές με ρωσικούς ομίλους– είναι πιθανή μια νέα, πιο απότομη μείωση των ροών ρωσικού πετρελαίου προς την Ινδία. Η απάντηση του Νέου Δελχί πιθανότατα θα είναι επιτάχυνση της διαφοροποίησης σε Μέση Ανατολή και Αφρική, αλλά και αυξημένη πίεση προς τη Δύση για πρόσβαση σε κρίσιμη τεχνολογία και επενδύσεις, ως αντιστάθμισμα.
Εάν, αντίθετα, σημειωθεί αποκλιμάκωση των πιέσεων –μέσω άτυπης «κατανόησης» ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Νέο Δελχί ότι η Ινδία θα διατηρήσει ένα ορισμένο αλλά χαμηλότερο επίπεδο ρωσικών εισαγωγών– η Ινδία μπορεί να παγιώσει έναν ρόλο «ρυθμιστή» στην αγορά, φροντίζοντας να μην δίνει στη Ρωσία υπερβολική ρευστότητα αλλά και να μη διακινδυνεύει την ενεργειακή της ασφάλεια.
Τέλος, σε ένα σενάριο έντονης μεταβλητότητας στην τιμή του Brent –π.χ. λόγω νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή ή κλιμάκωσης στον Περσικό Κόλπο– η Ινδία θα μπορούσε να επανέλθει πιο δυναμικά στο ρωσικό πετρέλαιο, εάν οι εκπτώσεις ξαναγίνουν ελκυστικές και βρεθούν επαρκείς «γκρίζες ζώνες» για τη ναυτιλία και την ασφάλιση. Σε αυτή την περίπτωση, ο ρόλος της ως βασικού «ρυθμιστή ρίσκου κυρώσεων» θα ενισχυθεί περαιτέρω, με άμεσες επιπτώσεις όχι μόνο για τα έσοδα της Ρωσίας, αλλά και για την αξιοπιστία του δυτικού πλαισίου κυρώσεων.
































