Η στέγαση στην Ελλάδα παραμένει ο πιο βαρύς λογαριασμός για τα νοικοκυριά και τα νεότερα στοιχεία δείχνουν ότι η πίεση όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά σταθεροποιείται σε επίπεδα που δεν συναντώνται αλλού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν ότι η χώρα παραμένει βαθιά «αστικο-διαμερισματοποιημένη». Στις πόλεις, περίπου 85% του πληθυσμού ζει σε διαμερίσματα και μόλις 15% σε μονοκατοικίες, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι αισθητά πιο ισορροπημένος (περίπου 72% διαμερίσματα και 28% σπίτια). Αντίστοιχα, σε κωμοπόλεις και προάστια η Ελλάδα διατηρεί υψηλή αναλογία διαμερισμάτων, περίπου 67%, έναντι 33% μονοκατοικιών, την ώρα που στην ΕΕ κυριαρχεί το σπίτι (περίπου 57% σπίτια και 43% διαμερίσματα). Μόνο στην ύπαιθρο η εικόνα αντιστρέφεται καθαρά: εκεί περίπου 87% κατοικεί σε σπίτια και 13% σε διαμερίσματα, σε γραμμή με την ευρωπαϊκή τάση.
Αυτή η «βαριά» συγκέντρωση σε διαμερίσματα στις αστικές περιοχές αποκτά μεγαλύτερη σημασία τώρα που οι τιμές συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά, με διαφορετικές ταχύτητες ανά κατηγορία. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδος, το γ΄ τρίμηνο του 2025 οι τιμές διαμερισμάτων αυξήθηκαν 7,7% σε ετήσια βάση. Τα παλαιά διαμερίσματα (άνω των 5 ετών) έτρεξαν ταχύτερα, στο 8,5%, ενώ τα νέα κινήθηκαν στο 6,6%. Σε γεωγραφικό επίπεδο η Αθήνα εμφάνισε άνοδο 6,6%, η Θεσσαλονίκη 9,6%, οι άλλες μεγάλες πόλεις 8,9% και οι λοιπές περιοχές 8,5%. Για το σύνολο του 2024, η μέση αύξηση τιμών διαμερισμάτων ήταν 9,1%, χαμηλότερη από το 13,9% του 2023, αλλά αρκετή για να κρατά την αγορά σε υψηλό επίπεδο πίεσης.
Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι η στεγαστική επιβάρυνση συμπιέζει κυρίως τους κατοίκους των πόλεων -εκεί όπου το διαμέρισμα είναι σχεδόν μονόδρομος. Με τόσο υψηλό ποσοστό αστικών νοικοκυριών να εξαρτάται από την αγορά/μίσθωση διαμερισμάτων, κάθε νέα άνοδος στις τιμές (ιδίως στα παλαιότερα, που αποτελούν μεγάλο μέρος του αποθέματος) «μεταφράζεται» άμεσα σε ακριβότερα ενοίκια ή υψηλότερο κόστος απόκτησης. Με άλλα λόγια, η ελληνική δομή κατοικίας κάνει την κοινωνία πιο εκτεθειμένη στις ανατιμήσεις της αγοράς, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα όπου συγκεντρώνεται ο πληθυσμός και η ζήτηση.
Έτσι, τα στοιχεία της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος «κουμπώνουν» με τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφιβολίας για το βάθος του προβλήματος. Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου, στις πόλεις η συντριπτική πλειονότητα του αστικού πληθυσμού ζει σε πολυκατοικίες. Αυτό σημαίνει ότι η πορεία της στεγαστικής δαπάνης στα μεγάλα κέντρα εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από το τι συμβαίνει στην αγορά διαμερισμάτων.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές αυτών των ακινήτων συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά. Η ανακοίνωση της ΤτΕ δείχνει ότι το 2025 η αύξηση παραμένει αισθητή, με τα παλαιά διαμερίσματα να ανεβαίνουν ταχύτερα από τα νέα. Κι εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια: το αστικό στεγαστικό απόθεμα στην Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό γηρασμένο, άρα η κατηγορία που ακριβαίνει περισσότερο είναι ακριβώς αυτή που πλήττει τα περισσότερα νοικοκυριά.
Το μείγμα αυτό εξηγεί γιατί η στεγαστική πίεση στις πόλεις παραμένει τόσο βαριά. Όσο η προσφορά νέας κατοικίας δεν αυξάνεται ουσιαστικά και η ζήτηση συγκεντρώνεται στα ίδια, περιορισμένα αποθέματα, οι ανατιμήσεις θα μεταφέρονται γρήγορα στα ενοίκια και στο κόστος απόκτησης κατοικίας. Και επειδή το αστικό μοντέλο κατοίκησης είναι τόσο «διαμερισματοποιημένο», οι αυξήσεις αυτές γράφουν πρώτα -και πιο έντονα- πάνω στους προϋπολογισμούς των κατοίκων των πόλεων, τροφοδοτώντας έναν κύκλο διαρκούς επιβάρυνσης.
* ραντιέριδες χαρακτηρίζονται όσοι ζουν από παθητικό εισόδημα, π.χ. ενοίκια, καταθέσεις
































