Η κλιματική αλλαγή, η απώλεια βιοποικιλότητας και η ρύπανση δεν κινούνται πια ως τρία ξεχωριστά μέτωπα – λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύστημα κρίσεων που αλληλοενισχύεται. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της νέας έκθεσης του ΟΟΣΑ για την «τριπλή πλανητική κρίση», που ζητά πολιτικές οι οποίες να σχεδιάζονται και να εφαρμόζονται μαζί, αντί σε απομονωμένα «σιλό».
Η έκθεση εξηγεί ότι η πίεση στο περιβάλλον γίνεται όλο και πιο διασυνδεδεμένη: η υπερθέρμανση τροφοδοτεί την κατάρρευση οικοσυστημάτων, η κατάρρευση αυτή μειώνει την ανθεκτικότητα της φύσης απέναντι στα ακραία φαινόμενα και στη ρύπανση, και η ρύπανση με τη σειρά της επιτείνει το πρόβλημα σε αέρα, νερό και εδάφη. Μέχρι το 2050, μάλιστα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η κλιματική αλλαγή θα έχει ξεπεράσει τις αλλαγές χρήσης γης ως ο βασικός οδηγός απώλειας βιοποικιλότητας, αυξάνοντας τις πιέσεις σε χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα.
Κομβικό σημείο της ανάλυσης είναι ότι οι λύσεις στο ένα πεδίο μπορούν να αποδώσουν και στα άλλα – αλλά μόνο αν σχεδιαστούν σωστά. Η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, για παράδειγμα, περιορίζει συχνά και τους ατμοσφαιρικούς ρύπους που εκπέμπονται παράλληλα, άρα έχει διπλό όφελος. Από την άλλη, η γρήγορη ανάπτυξη ΑΠΕ, όπως τα φωτοβολταϊκά και τα αιολικά, μπορεί να δημιουργήσει νέα «μέτωπα» για τη βιοποικιλότητα (π.χ. πίεση σε φυσικούς βιότοπους) ή νέες προκλήσεις διαχείρισης αποβλήτων όταν οι τεχνολογίες φτάνουν στο τέλος ζωής τους. Γι’ αυτό ο ΟΟΣΑ μιλά για ανάγκη πολιτικών που «κουμπώνουν» μεταξύ τους, ώστε να αξιοποιούν συνέργειες και να περιορίζουν τα trade-offs.
Για να δείξει πόσο δύσκολα περνά αυτή η λογική στην πράξη, ο ΟΟΣΑ εξετάζει εθνικά σχέδια σε δέκα χώρες (από την Αργεντινή και την Κίνα έως τη Γαλλία και την Ουγκάντα). Όπως σημειώνει, όλες αναγνωρίζουν ότι κλίμα και βιοποικιλότητα επηρεάζουν αμφίδρομα το ένα το άλλο, όμως οι σχέσεις με τη ρύπανση εμφανίζονται συχνά υποβαθμισμένες ή αποσπασματικές. Ακόμη πιο περιορισμένες είναι οι ρητές πολιτικές που στοχεύουν στη διαχείριση των συγκρούσεων στόχων, ειδικά στο σκέλος της ρύπανσης.
Η έκθεση καταλήγει σε ένα πρακτικό «μενού» παρεμβάσεων για πιο ολοκληρωμένη δράση: ευθυγράμμιση χρηματοδότησης και επενδύσεων με κοινούς στόχους για κλίμα-βιοποικιλότητα-ρύπανση, προσεκτική διαχείριση των πιέσεων της καθαρής ενεργειακής μετάβασης σε γη και υλικά, στροφή σε κυκλική οικονομία για λιγότερα απόβλητα και πρωτογενείς πρώτες ύλες, αναβάθμιση της βιωσιμότητας των συστημάτων τροφίμων και των χρήσεων γης, αλλά και κλείσιμο ερευνητικών κενών ώστε οι κυβερνήσεις να αποτυπώνουν καλύτερα τις αλληλεξαρτήσεις στα εθνικά τους σχέδια.
Με λίγα λόγια, ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι η εποχή των μεμονωμένων «πράσινων» πολιτικών τελειώνει. Αν οι τρεις κρίσεις λειτουργούν σαν συγκοινωνούντα δοχεία, τότε και οι απαντήσεις πρέπει να είναι ενιαίες – αλλιώς κάθε κατάκτηση στο ένα μέτωπο κινδυνεύει να ανοίγει τρύπα σε κάποιο άλλο.
































