Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει βάλει εδώ και χρόνια τον πήχυ ψηλά για την πρόληψη, την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση των αστικών αποβλήτων. Στα χαρτιά, το μοντέλο της κυκλικής οικονομίας παρουσιάζεται ως «κλειδί» για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Στην πράξη όμως, η εικόνα απέχει αισθητά από τους στόχους: οι ρυθμοί ανακύκλωσης και επαναχρησιμοποίησης παραμένουν αργοί σε μεγάλο μέρος της Ένωσης και η υγειονομική ταφή εξακολουθεί να παίζει υπερβολικά μεγάλο ρόλο. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αρκετά κράτη-μέλη δεν πιάνουν τις δεσμεύσεις τους. Είναι ότι, παρότι οι δυσλειτουργίες είναι γνωστές εδώ και χρόνια, η ευρωπαϊκή αγορά ανακύκλωσης παραμένει εύθραυστη, υποχρηματοδοτημένη και συχνά χωρίς τα σωστά κίνητρα για να «τραβήξει» τον κύκλο προς τα πάνω.
Οι ίδιοι οι ελεγκτές της ΕΕ περιγράφουν μια αγορά που δεν στέκεται ακόμη στα πόδια της: περιορισμένη χωριστή συλλογή σε πολλές χώρες, ανεπαρκείς ή ακριβές υποδομές διαλογής και επεξεργασίας, τέλη διαχείρισης που δεν καλύπτουν κατ’ ανάγκη το πραγματικό κόστος, και μια ζήτηση για ανακυκλωμένα υλικά που παραμένει χαμηλή. Ιδιαίτερα στα πλαστικά, αρκετές μονάδες πιέζονται από αυξημένα έξοδα, μικρή απορρόφηση των προϊόντων τους και φθηνές εισαγωγές από τρίτες χώρες, με αποτέλεσμα ο κλάδος να κινδυνεύει να χάσει δυναμική τη στιγμή που θα έπρεπε να ενισχύεται. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χωρίς βιώσιμη αγορά δεν δημιουργούνται νέες επενδύσεις, χωρίς επενδύσεις δεν αυξάνεται η ανακύκλωση, και χωρίς αυξημένη ανακύκλωση οι στόχοι μετατρέπονται σε ευχολόγιο.
Μέσα σε αυτή τη γενική ευρωπαϊκή υστέρηση, η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά. Η χώρα περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις όπου η πρόοδος χαρακτηρίζεται αργή και συστηματικά ανεπαρκής, με την απόσταση από τους στόχους να παραμένει μεγάλη. Οι ελεγκτές συνδέουν την καθυστέρηση με δύο βασικούς παράγοντες που επαναλαμβάνονται: πρώτον, με τη χρόνια αδυναμία σταθερής και επαρκούς δημόσιας χρηματοδότησης για έργα αποβλήτων. Και δεύτερον, με το ότι τα οικονομικά εργαλεία που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά τη συμπεριφορά στην πηγή εφαρμόζονται αποσπασματικά ή καθόλου. Συστήματα επιστροφής εγγύησης, υψηλότεροι φόροι ταφής και -κυρίως- η αρχή «πληρώνω όσο πετάω» παραμένουν στην Ελλάδα περισσότερο υπόσχεση παρά λειτουργική πραγματικότητα.
Το πιο ενδεικτικό στοιχείο της ελληνικής εικόνας είναι η χωριστή συλλογή, ειδικά στα βιολογικά απόβλητα. Τα οργανικά σκουπίδια αποτελούν τον μεγαλύτερο όγκο των αστικών απορριμμάτων, άρα είναι το «πεδίο μάχης» για όποια χώρα θέλει σοβαρά να ανεβάσει την ανακύκλωση. Στην Ελλάδα όμως η χωριστή συλλογή βιοαποβλήτων δεν έχει περάσει ακόμη σε εθνική κλίμακα, αλλά περιορίζεται σε νησίδες δήμων που εφαρμόζουν σχετικά προγράμματα. Αν η βάση του συστήματος είναι τρύπια, τότε ό,τι ακολουθεί -διαλογή, επεξεργασία, κομποστοποίηση, επαναχρησιμοποίηση- δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Και αυτό εξηγεί γιατί η χώρα κινείται με τόσο μικρές ταχύτητες.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς «τεχνικό». Είναι πολιτικό και οικονομικό: στην ΕΕ συνολικά, και στην Ελλάδα ειδικά, οι στόχοι της κυκλικής οικονομίας συχνά δεν συνοδεύονται από την απαιτούμενη πίεση, τα κατάλληλα κίνητρα και έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό που να κλείνει τα κενά της αγοράς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προαναγγείλει νέα πράξη για την κυκλική οικονομία το 2026, εστιάζοντας στην αγορά και στη ζήτηση. Αυτό δείχνει ότι το πρόβλημα έχει πια αναγνωριστεί και θεσμικά. Αλλά μέχρι τότε, ο χρόνος τρέχει: οι στόχοι του 2025 είναι ήδη κοντά, και η Ελλάδα -όπως και αρκετές άλλες χώρες- καλείται να καλύψει χρόνια καθυστέρησης σε ελάχιστα χρόνια.
Αν κάτι προκύπτει καθαρά από την ευρωπαϊκή αποτίμηση, είναι ότι η κυκλικότητα δεν κερδίζεται με ευχές. Χρειάζεται γρήγορη επέκταση της χωριστής συλλογής, σοβαρές επενδύσεις σε υποδομές, και οικονομικά εργαλεία που να κάνουν την ταφή ακριβή και την ανακύκλωση συμφέρουσα – για τον πολίτη, τον δήμο και την αγορά. Μέχρι να συμβούν αυτά, η ΕΕ θα συνεχίσει να καθυστερεί στη δική της πράσινη υπόσχεση, και η Ελλάδα θα μένει ακόμη πιο πίσω, πληρώνοντας το κόστος σε χρήμα, περιβάλλον και αξιοπιστία.































