Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αφήσει για χρόνια αδρανή ένα από τα βασικά εργαλεία που διαθέτει για να προστατεύει τον προϋπολογισμό της ΕΕ από παρατυπίες: τις δημοσιονομικές διορθώσεις στον τομέα της συνοχής. Παρά το γεγονός ότι, ήδη από το 2013, η Επιτροπή είχε δεσμευθεί πως οι λεγόμενες «υποχρεωτικές καθαρές διορθώσεις» θα αποτελούν τον κανόνα σε περιπτώσεις σοβαρών ανεπαρκειών, η δέσμευση αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε στην πράξη. Σύμφωνα με την τελευταία ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, από ολόκληρη την περίοδο 2014-2020 η Επιτροπή εξέδωσε μόλις μία τέτοια απόφαση – και αυτή μόλις τον Σεπτέμβριο του 2025.
Το εύρημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν λάβει κανείς υπόψη το μέγεθος της πολιτικής συνοχής: περισσότερα από 404 δισ. ευρώ για την περίοδο 2014-2020, συμπεριλαμβανομένων των κονδυλίων REACT-EU. Την πρωταρχική ευθύνη για την ανάκτηση κονδυλίων που δαπανώνται εσφαλμένα φέρουν τα κράτη μέλη· ωστόσο, όταν αυτά δεν διορθώνουν τις παρατυπίες, η Επιτροπή οφείλει να προβαίνει η ίδια σε περικοπές χρηματοδότησης. Στην πράξη, όμως, η Επιτροπή προτίμησε επί χρόνια να ζητά από τις χώρες να προβαίνουν σε αυτοδιορθώσεις, αντί να ενεργοποιεί το αυστηρό πλαίσιο που προβλέπει ο κανονισμός.
Η έκθεση του ΕΕΣ είναι σαφής: το νομικό πλαίσιο είναι όχι μόνο περίπλοκο, αλλά και δυσεφάρμοστο. Ο ορισμός των σοβαρών ανεπαρκειών είναι θολός, τα κριτήρια δεν εφαρμόζονται με συνέπεια, ενώ ο μηχανισμός ερμηνεύεται με τρόπο που εξαιρεί -παραδόξως- τις ίδιες τις εθνικές αρχές που διαχειρίζονται τα προγράμματα, δηλαδή τους φορείς που έχουν και τη μεγαλύτερη πιθανότητα να υποπέσουν σε σημαντικά λάθη.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία που δημοσιεύονται για τις διορθώσεις δεν είναι αξιόπιστα. Το ΕΕΣ εντοπίζει ανακριβείς αναφορές, καταγραφές που τροποποιήθηκαν χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και μελλοντικές εκτιμήσεις που δεν αποτυπώνουν την πραγματική ικανότητα της Επιτροπής να εντοπίζει και να διορθώνει σφάλματα. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη δεν ανέφεραν ορθά τις διορθώσεις που προέκυψαν από ελέγχους, ενώ οι προβλέψεις για τις αναμενόμενες διορθώσεις αποδείχθηκαν υπεραισιόδοξες.
Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, αφορά τις τεράστιες καθυστερήσεις. Σύμφωνα με τους ελεγκτές, απαιτούνται κατά μέσο όρο 588 ημέρες μέχρι να ξεκινήσει επίσημα μια διαδικασία διόρθωσης εντός της Επιτροπής, ενώ η πλήρης διαδικασία μπορεί να διαρκέσει πάνω από τρία χρόνια. Ένας τέτοιος χρονικός ορίζοντας ακυρώνει τον αποτρεπτικό χαρακτήρα του μηχανισμού και θέτει υπό αμφισβήτηση τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση.
Παρά τις αλλαγές στο πλαίσιο της περιόδου 2021-2027, το ΕΕΣ διαπιστώνει ότι τα βασικά προβλήματα παραμένουν. Η ανάγκη για ένα πιο καθαρό, εφαρμόσιμο, γρήγορο και αποτελεσματικό σύστημα δημοσιονομικών διορθώσεων είναι πλέον αδιαμφισβήτητη – και, όπως σημειώνουν οι ελεγκτές, «ήρθε η ώρα να αναγνωριστεί ότι το προσδοκώμενο αποτρεπτικό αποτέλεσμα απλώς δεν επιτεύχθηκε».
































