Η αμυντική βιομηχανία της Ελλάδας εισέρχεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Το μήνυμα από τη συνεδρίαση του Γενικού Συμβουλίου του ΣΕΒ, παρουσία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια, ήταν σαφές: απαιτείται μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική και στενή συνεργασία κράτους και επιχειρήσεων, ώστε η χώρα να αποκτήσει ένα σύγχρονο, αυτάρκες και καινοτόμο αμυντικό οικοσύστημα.
Η συζήτηση που αναπτύχθηκε μεταξύ των εκπροσώπων της βιομηχανίας και της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Άμυνας αποκάλυψε τη μετατόπιση του δημόσιου διαλόγου για την άμυνα – από τη στενή στρατιωτική θεώρηση προς μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδέει την εθνική ασφάλεια με την παραγωγή, την τεχνολογία και την οικονομία.
Η «Ατζέντα 2030» και η νέα λογική στην Άμυνα
Ο Νίκος Δένδιας, παρουσιάζοντας τη στρατηγική του Υπουργείου, έκανε λόγο για την «Ατζέντα 2030», τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία της χώρας. Η μεταρρύθμιση αυτή συνδέει τη στρατιωτική ισχύ με τη βιομηχανική και τεχνολογική της βάση, στοχεύοντας να μετατρέψει την Άμυνα σε μοχλό ανάπτυξης και την καινοτομία σε παράγοντα εθνικής ισχύος.
«Η Άμυνα δεν μπορεί να είναι αποκομμένη από την εθνική παραγωγή και την τεχνολογική πρόοδο», τόνισε ο Υπουργός. Η Ελλάδα καλείται, όπως είπε, να καλύψει τα κενά μιας δεκαετίας στασιμότητας, κατά την οποία τα εξοπλιστικά προγράμματα είχαν μηδενιστεί λόγω κρίσης. Το Μακροπρόθεσμο Πρόγραμμα Αμυντικών Εξοπλισμών για τα επόμενα 12+8 χρόνια δημιουργεί έναν σταθερό ορίζοντα σχεδιασμού, ώστε οι επενδύσεις να πραγματοποιούνται με σεβασμό στον δημοσιονομικό χώρο αλλά και με σαφή στρατηγική στόχευση.
Η φιλοσοφία, όπως την περιέγραψε ο κ. Δένδιας, δεν είναι η επιστροφή στις αλόγιστες δαπάνες του παρελθόντος, αλλά η αξιοποίηση κάθε ευρώ με πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα – τόσο για την εθνική άμυνα όσο και για την οικονομία.
Από την αγορά όπλων στην παραγωγή τεχνολογίας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της ομιλίας του ΥΕΘΑ ήταν η αναφορά στη Διεύθυνση Καινοτομίας του ΓΕΕΘΑ και στο Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ). Οι δύο αυτοί θεσμοί λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ στρατιωτικών αναγκών και ελληνικών επιχειρήσεων, επιτρέποντας στις Ένοπλες Δυνάμεις να διατυπώνουν «ερωτήματα» αντί να ζητούν έτοιμα προϊόντα.
Η λογική είναι αντιστραμμένη σε σχέση με το παρελθόν: το κράτος δεν αγοράζει απλώς τεχνολογία, αλλά καλεί την εγχώρια βιομηχανία να τη δημιουργήσει. Οι ελληνικές εταιρείες, μικρές και μεγάλες, μπορούν έτσι να αναπτύσσουν λύσεις που καλύπτουν επιχειρησιακές ανάγκες, χτίζοντας παράλληλα τεχνογνωσία, εξαγωγικές δυνατότητες και ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής εξειδίκευσης.
Αυτή η προσέγγιση, αν υλοποιηθεί, μπορεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική αμυντική βιομηχανία: από περιθωριακό προμηθευτή σε συνεργό της στρατηγικής ασφάλειας και της βιομηχανικής πολιτικής.
Η φωνή της αγοράς: ρεαλισμός και προσδοκίες
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, έθεσε με σαφήνεια τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η βιομηχανία: να ανασυγκροτηθεί, να αποκτήσει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά προγράμματα και να γίνει παράγοντας αποτρεπτικής ικανότητας για τη χώρα.
Όπως τόνισε, «οι τεκτονικές αλλαγές στα θέματα άμυνας δεν μπορούν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη χώρα μας». Η Ελλάδα οφείλει να ενσωματωθεί ενεργά στις υπό διαμόρφωση ευρωπαϊκές αλυσίδες άμυνας, συμμετέχοντας σε κοινοτικά και ΝΑΤΟϊκά προγράμματα R&D.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι πολλές ελληνικές επιχειρήσεις ήδη δραστηριοποιούνται σε τεχνολογικά πεδία αιχμής και σε διεθνείς συμπράξεις, αλλά χρειάζονται πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο και πρακτικές λύσεις στα διαχρονικά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους: από τη γραφειοκρατία μέχρι τη χρηματοδότηση και τη διασύνδεση με τις Ένοπλες Δυνάμεις.
Η αμυντική βιομηχανία ως αναπτυξιακός τομέας
Ο Υπουργός Εθνικής Άμυνας τόνισε ότι το Υπουργείο υιοθετεί πλέον ένα μοντέλο επενδύσεων με σταθερή εθνική συμμετοχή και μετρήσιμη απόδοση, με στόχο τουλάχιστον 25% συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα.
«Η οικοδόμηση ενός ισχυρού, αυτάρκους και καινοτόμου αμυντικού οικοσυστήματος αποτελεί εθνική αναγκαιότητα», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι αμυντικές δαπάνες, όταν σχεδιάζονται ορθά, μοχλεύουν ανάπτυξη, δημιουργούν πλούτο και παράγουν θέσεις υψηλής εξειδίκευσης.
Η νέα στρατηγική φιλοδοξεί να μετατρέψει την άμυνα από πεδίο κατανάλωσης πόρων σε παραγωγό οικονομικής αξίας και τεχνολογικής προόδου – μια λογική που υιοθετούν ήδη χώρες όπως η Γαλλία, το Ισραήλ ή η Νότια Κορέα, όπου η συνεργασία στρατού και βιομηχανίας λειτουργεί ως καταλύτης καινοτομίας.
Η επόμενη μέρα: από τις εξαγγελίες στην πράξη
Η συνεδρίαση ολοκληρώθηκε με παρουσιάσεις από ανώτατα στελέχη του ΥΠΕΘΑ και του ΕΛΚΑΚ, καθώς και με μια ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων για το πώς μπορεί να υλοποιηθεί στην πράξη το νέο πλαίσιο.
Το συμπέρασμα ήταν κοινό: η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τη συνέπεια και τη συνέχεια.
Για να μπορέσει η Ελλάδα να σταθεί ως αξιόπιστος παίκτης στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον άμυνας, χρειάζεται:
- Σταθερό θεσμικό πλαίσιο που θα εξασφαλίζει προβλεψιμότητα στους επενδυτές.
- Διασύνδεση με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, ώστε η καινοτομία να παράγεται εντός συνόρων.
- Ενεργό συμμετοχή στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (όπως το EDF – European Defence Fund), που προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες χρηματοδότησης και συνεργασίας.
Η σημερινή συγκυρία -με την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, τον πόλεμο στην Ουκρανία και την πίεση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία- δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η επένδυση στην άμυνα δεν είναι επιλογή, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης.
Από το «παράγουμε ασφάλεια» στο «παράγουμε αξία»
Η νέα εθνική στρατηγική για την αμυντική βιομηχανία δεν στοχεύει μόνο στην επάρκεια εξοπλισμών, αλλά στη δημιουργία ενός οικοσυστήματος που να παράγει τεχνολογία, εξειδίκευση και εξωστρέφεια.
Εφόσον εφαρμοστεί με συνέπεια, μπορεί να μετατρέψει την άμυνα σε πυλώνα ανάπτυξης και τεχνολογικής αυτάρκειας – έναν τομέα όπου η Ελλάδα μπορεί να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις και να εξάγει καινοτομία αντί να εισάγει λύσεις.
Το στοίχημα, όπως παραδέχονται και οι δύο πλευρές, είναι μεγάλο: να περάσουμε από τα λόγια στην πράξη και από το «παράγουμε ασφάλεια» στο «παράγουμε αξία».






























