Τη στιγμή που διεθνείς οίκοι αξιολόγησης όπως η Moody’s και η Scope προειδοποιούν για την αυξανόμενη πίεση που ασκεί η άναρχη ανάπτυξη των data centers στα δίκτυα ηλεκτρισμού και ύδρευσης, η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται να κινείται σε δύο παράλληλες, αλλά αντιφατικές, κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά, προαναγγέλλει ένα στρατηγικό σχέδιο προσέλκυσης επενδύσεων στον κλάδο – ακόμη και για νέες εγκαταστάσεις εντός της Αττικής – και από την άλλη, προειδοποιεί για τον αυξημένο κίνδυνο λειψυδρίας, ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας.
Σε ανάλυσή της η Scope Ratings αναγνωρίζει τη ραγδαία ααύξηση των data centers στην Ευρώπη, την επιπλέον πίεση που ασκούν στο -αναγνωρισμένα0 γηρασμένο και ανεπαρκές δίκτυο ηλεκτρισμού της ηπείρου και την πρόκληση του νερού ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής και της υπερσυγκέντρωσης, που οδηγεί σε φαινόμενα λειψυδρίας.
Παράλληλα επισημαίνει τις θεσμικές πιέσεις εξαιτίας των περιβαλλοντικών προκλήσεων και σκιαγραφεί τη διελκυστίνδα μεταξύ ανάπτυξης και βιωσιμότητας, στρέφοντας την προσοχή σε ενδεχόμενη αναπροσαρμογή τιμολογίων για τον έλεγχο της ζήτησης και την χρηματοδότηση επενδύσεων εκσυγχρονισμού.
Μάλιστα, η Scope κάνει σαφή αναφορά στην Αθήνα, όταν αναφέρεται στο πρόβλημα λειψυδρίας.

Σύμφωνα με τη Scope, η αυξανόμενη κανονιστική πίεση σχετικά με τη χρήση ενέργειας και νερού, ιδίως σε περιοχές που αντιμετωπίζουν περιβαλλοντικό στρες, στοχεύει στη διασφάλιση μιας μετάβασης προς πιο βιώσιμα λειτουργικά μοντέλα. Αυτό αντικατοπτρίζεται κυρίως στην Οδηγία Ενεργειακής Απόδοσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Τα νέα data centers στην Ευρώπη θα πρέπει να επιδεικνύουν μεγαλύτερη ενσωμάτωση περιβαλλοντικών παραμέτρων στον σχεδιασμό τους και να επενδύουν σε τεχνολογικά προηγμένες λύσεις ψύξης, ώστε να μετριάσουν κανονιστικούς και φήμης κινδύνους, ενισχύοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη αξία τους.

Ο αριθμός των data centers στην Ευρώπη έχει τριπλασιαστεί από το 2010, φτάνοντας περίπου τις 2.500 εγκαταστάσεις το 2024, σύμφωνα με την εταιρία συμβούλων Cloudscene.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τον ολοένα και πιο κρίσιμο ρόλο αυτών των υποδομών ως τη ραχοκοκαλιά της σημερινής ψηφιακής οικονομίας, ενώ παράλληλα αποτυπώνει τις σημαντικές προκλήσεις βιωσιμότητας που συνεπάγονται, λόγω της υψηλής ενεργειακής κατανάλωσης και της εκτεταμένης χρήσης νερού.
Η ενεργειακή διάσταση είναι γνωστή – γι’ αυτό και αρκετοί ιδιοκτήτες data centers στις ΗΠΑ επιλέγουν να δημιουργήσουν τις δικές τους μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να ανταποκριθούν στη ραγδαία ανάπτυξη του κλάδου.
Στην Ευρώπη, τα data centers κατανάλωσαν ισχύ ισοδύναμη με περίπου 10 GW το 2024, ποσότητα ίση με την ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας μιας μεσαίου μεγέθους χώρας, όπως η Αυστρία ή το Βέλγιο.
Σύμφωνα με τη McKinsey, η κατανάλωση αυτή αναμένεται να αυξηθεί δραματικά στα 35 GW έως το 2030, γεγονός που, αν επαληθευτεί, θα οδηγήσει σε συνολική ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας άνω των 150 TWh για τον κλάδο στην Ευρώπη ως το τέλος της δεκαετίας.
Το νερό περιβαλλοντική πρόκληση
Ένα μεσαίου μεγέθους data center μπορεί να απαιτεί έως και 420 εκατομμύρια λίτρα νερού ετησίως – ποσότητα αντίστοιχη με την κατανάλωση περίπου χιλίων νοικοκυριών – για την κάλυψη των αναγκών ψύξης του, που αντιπροσωπεύουν 20%-40% του συνολικού ενεργειακού του αποτυπώματος, σύμφωνα με το Environmental and Energy Study Institute.
Τα συστήματα ψύξης υψηλής κατανάλωσης νερού είναι απαραίτητα για τη ρύθμιση των εσωτερικών θερμοκρασιών και τη διατήρηση της βέλτιστης λειτουργίας των διακομιστών.

Αν και, σύμφωνα με την European Data Centre Association, το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που καταναλώνεται προέρχεται πλέον από ανανεώσιμες πηγές, τα data centers αυξάνουν τη χρήση γλυκού νερού για να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πρόβλημα στην Ευρώπη, καθώς το νερό είναι συχνά σπάνιο σε περιοχές όπου υπάρχει αφθονία ανανεώσιμης ενέργειας, όπως στην Ισπανία και σε τμήματα της Ιταλίας. Παρ’ όλα αυτά, η αυξανόμενη ζήτηση για υπηρεσίες cloud, edge computing και χαμηλή καθυστέρηση σύνδεσης (low-latency connectivity) συνεχίζει να οδηγεί στην ανάπτυξη νέων data centers κοντά σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, όπου η ζήτηση για νερό είναι ήδη υψηλή.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένταση μεταξύ των στόχων οικονομικού και ψηφιακού μετασχηματισμού και της περιβαλλοντικής ηγεσίας – ιδίως σε πόλεις με αυξημένο κίνδυνο ξηρασίας όπως η Αθήνα, η Μαδρίτη και το Μιλάνο.
Κανονιστικές παρεμβάσεις και προοπτικές
Λαμβάνοντας υπόψη τα τεχνολογικά και οικονομικά οφέλη που προσφέρει η παρουσία data centers, αλλά και τις περιβαλλοντικές προκλήσεις τους, χώρες όπως η Γαλλία (μέσω της DGEC) και οι Κάτω Χώρες (μέσω του Omgevingswet) έχουν θεσπίσει υποχρεώσεις αναφοράς κατανάλωσης ενέργειας και νερού, ενθαρρύνοντας ενεργά πιο βιώσιμες επιλογές υποδομών.
Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής οικονομίας συνολικά θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την ανάπτυξη των data centers στην Ευρώπη, δημιουργώντας ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες για χώρες με ανεπτυγμένες υποδομές, αλλά υπό τον αυξανόμενο περιορισμό της εντεινόμενης εποπτείας για τη βιωσιμότητα του κλάδου.
































