Σε μια περίοδο όπου οι εμπορικοί δασμοί επιστρέφουν στο προσκήνιο και η παγκόσμια οικονομία κινείται σε τροχιά επιβράδυνσης, οι ηγέτες των χωρών της ASEAN και της Ανατολικής Ασίας συναντιώνται στην Κουάλα Λουμπούρ για να δώσουν πολιτική ώθηση στη Συνολική Περιφερειακή Οικονομική Εταιρική Σχέση (RCEP) – τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία στον κόσμο, που καλύπτει σχεδόν το 30% του παγκόσμιου ΑΕΠ και συνδέει οικονομίες από την Κίνα και την Ιαπωνία έως την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.
Η RCEP, που υπογράφηκε το 2020 ως απάντηση στον αμερικανικό προστατευτισμό της εποχής Trump, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτη. Οι εσωτερικές επιφυλάξεις, οι διαφορετικές αναπτυξιακές ταχύτητες και οι προστατευτικές πολιτικές των κρατών-μελών έχουν καθυστερήσει τη λειτουργία της ως πραγματικού ενιαίου εμπορικού μπλοκ. Όμως η δυναμική έχει αλλάξει: η νέα δέσμη αμερικανικών δασμών σε ασιατικά προϊόντα, που επηρεάζει τη μεταποίηση, την ηλεκτρονική βιομηχανία και τα μέταλλα, λειτουργεί ως κοινό σημείο ανησυχίας — και ίσως ως κίνητρο για βαθύτερη περιφερειακή συνεργασία.
«Η στρατηγική σημασία της RCEP είναι πιο ξεκάθαρη από ποτέ», δήλωσε ο Μαλαισιανός πρωθυπουργός Anwar Ibrahim, προεδρεύοντας της συνόδου. «Για πρώτη φορά μετά την υπογραφή της, οι ηγέτες της RCEP βρίσκονται στο ίδιο τραπέζι, σε μια στιγμή κρίσιμη για το μέλλον του διεθνούς εμπορίου». Ο Anwar επιχειρεί να αξιοποιήσει τη μαλαισιανή προεδρία της ASEAN για να αναβαθμίσει τον ρόλο της Ένωσης, που συχνά κατηγορείται για αδράνεια και διστακτική διπλωματία.
Παρόντες στην Κουάλα Λουμπούρ ήταν, μεταξύ άλλων, ο Κινέζος πρωθυπουργός Li Qiang, ο Νοτιοκορεάτης πρόεδρος Lee Jae-myung και ο Νεοζηλανδός πρωθυπουργός Christopher Luxon. Οι ηγέτες δεσμεύθηκαν για την «πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή» της συμφωνίας, χωρίς να ανακοινώσουν συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Στην κοινή δήλωσή τους, επαναβεβαίωσαν τη δέσμευσή τους στους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ζητώντας «φιλόδοξη μεταρρύθμιση» του ΠΟΕ, και τόνισαν ότι οι αγορές της περιοχής πρέπει να παραμείνουν ανοιχτές, ελεύθερες και βασισμένες σε κανόνες. Παράλληλα, συμφώνησαν να μην υιοθετούν μονομερή μέτρα που αντιβαίνουν στις δεσμεύσεις της RCEP — μια έμμεση απάντηση στην αμερικανική πολιτική δασμών.
Η RCEP προέκυψε μέσα από τα ερείπια της αμερικανικής πρωτοβουλίας Trans-Pacific Partnership (TPP), που εγκαταλείφθηκε το 2017. Η νέα συμφωνία φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το κενό, επιδιώκοντας να απλοποιήσει το εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των μελών της και να ενισχύσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες σε μια οικονομική ζώνη που παράγει έως και 30 τρισ. δολάρια ετησίως. Παρά τις φιλοδοξίες, ωστόσο, η RCEP παραμένει περισσότερο πολιτικό σύμβολο παρά ενεργό εργαλείο πολιτικής· οι περισσότερες χώρες διστάζουν να άρουν ποσοστώσεις ή να ανοίξουν κρίσιμους τομείς, όπως τα γεωργικά προϊόντα και η βαριά βιομηχανία.
Η φετινή σύνοδος σηματοδοτεί, όμως, μια στροφή θεσμικής ωρίμανσης. Οι ηγέτες αποφάσισαν τη δημιουργία μόνιμης Γραμματείας RCEP, που θα λειτουργεί ως διοικητικός μηχανισμός συντονισμού και παρακολούθησης της εφαρμογής της συμφωνίας. Παράλληλα, όρισαν για το 2027 την πρώτη “γενική αναθεώρηση” του πλαισίου, με στόχο να ενταχθούν νέα θέματα όπως η ψηφιακή οικονομία, η τεχνητή νοημοσύνη, τα logistics και η κλιματική πολιτική.
Στην ίδια κατεύθυνση, η κοινή δήλωση κάνει ρητή αναφορά στην ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων, της πράσινης μετάβασης και της οικονομικής ανθεκτικότητας των μελών. Η RCEP, με άλλα λόγια, επιχειρεί να μετατραπεί από μια εμπορική συμφωνία ελεύθερων ροών σε εργαλείο περιφερειακής πολιτικής σταθερότητας, συνδέοντας την οικονομία με τη στρατηγική συνεργασία.
Η επίσκεψη του Donald Trump για τη σύνοδο της ASEAN την προηγουμένη ημέρα έριξε βαριά σκιά στις συζητήσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος απέφυγε τις συγκρούσεις, επιδιώκοντας να παρουσιαστεί ως διαμεσολαβητής, με μια αιφνιδιαστική ανακοίνωση «ειρηνευτικής συμφωνίας» μεταξύ Ταϊλάνδης και Καμπότζης. Παράλληλα, ανακοίνωσε εμπορικές συμφωνίες με τη Μαλαισία που διασφαλίζουν πρόσβαση των ΗΠΑ σε σπάνιες γαίες και μειώσεις δασμών για αμερικανικά προϊόντα. Ωστόσο, δεν έδωσε καμία ένδειξη χαλάρωσης των δασμών που επιβαρύνουν ολόκληρη την Ασία – επιβεβαιώνοντας ότι η Ουάσινγκτον προτάσσει το διμερές συμφέρον έναντι των πολυμερών δεσμεύσεων.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Trump άφησε πίσω του ένα σαφές μήνυμα: οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου αλλάζουν, και η Ασία θα πρέπει να προσαρμοστεί χωρίς να περιμένει αμερικανική στήριξη. Την ίδια στιγμή, η Κίνα επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη «σταθερότητας και συνεργασίας», με τον Li Qiang να υπενθυμίζει ότι «η ανάπτυξη της Ανατολικής Ασίας τα τελευταία 70 χρόνια βασίστηκε στο άνοιγμα και τη συνεργασία, παρά στις πολιτικές διαφορές».
Ωστόσο, ακόμη και μεταξύ των μελών της RCEP, οι αντιθέσεις παραμένουν έντονες: από τα βιομηχανικά συμφέροντα της Ιαπωνίας μέχρι την εξάρτηση της Καμπότζης και του Λάος από την Κίνα. Το ερώτημα δεν είναι αν η Ασία θέλει να συντονιστεί, αλλά αν μπορεί. Χωρίς μηχανισμούς θεσμικής συνέχειας μετά τη μαλαισιανή προεδρία, υπάρχει ο κίνδυνος το σημερινό momentum να εξανεμιστεί.
Για την ώρα, η Ασία προσπαθεί να διατηρήσει ζωντανό το αφήγημα της ενότητας. Πίσω όμως από τη ρητορική των «ανοιχτών αγορών» και της «συνεργασίας» διαφαίνεται μια σιωπηλή παραδοχή: ο κόσμος γυρίζει σε εποχή προστατευτισμού, και η ήπειρος που οικοδομήθηκε πάνω στις εξαγωγές πρέπει τώρα να επανασχεδιάσει το μοντέλο της – από αντίδραση σε πρωτοβουλία.
































