Πτώση σημείωσε το συνολικό βάρος των εμπορευμάτων που διακινήθηκαν οδικώς το 2024, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ).
Συγκεκριμένα, το βάρος των φορτίων που μεταφέρθηκαν με φορτηγά οχήματα ταξινομημένα στην Ελλάδα ανήλθε σε 258,9 εκατ. τόνους, καταγράφοντας μείωση 6% σε σχέση με το 2023, όταν είχαν διακινηθεί 275,6 εκατ. τόνοι.
Παρά τη μείωση του όγκου, το μεταφορικό έργο –που μετριέται σε τονοχιλιόμετρα– αυξήθηκε κατά 3%, φτάνοντας τα 20,63 δισ. τονοχιλιόμετρα, γεγονός που δείχνει μεγαλύτερες μεταφορικές αποστάσεις ή αυξημένη δραστηριότητα σε πιο απομακρυσμένα δρομολόγια.
Η μεγαλύτερη πτώση προήλθε από τα φορτηγά ιδιωτικής χρήσης (Ι.Χ.), των οποίων τα μεταφερόμενα φορτία μειώθηκαν κατά 20,6% σε 128,2 εκατ. τόνους. Αντίθετα, τα φορτηγά δημοσίας χρήσης (Δ.Χ.) παρουσίασαν άνοδο 14,6%, αγγίζοντας τους 130,8 εκατ. τόνους, με το μεταφορικό τους έργο να αυξάνεται κατά 2,8%.
Ανά είδος φορτίου, αύξηση παρατηρήθηκε κυρίως στις κατηγορίες «εμπορεύματα σε παλέτες» (+27,6%) και «υγρά χύμα» (+16,3%), ενώ σημαντική πτώση καταγράφηκε στα «στερεά χύμα» (-14,7%) και στα εμπορευματοκιβώτια (-8,5%).
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Αττική διατήρησε το προβάδισμά της στις εθνικές μεταφορές, συγκεντρώνοντας το 26% των φορτώσεων και εκφορτώσεων. Ακολουθούν η Στερεά Ελλάδα και η Κεντρική Μακεδονία, ενώ στις διεθνείς μεταφορές πρώτη σε διακίνηση φορτίων αναδείχθηκε η Κεντρική Μακεδονία, με την Αττική να ακολουθεί.
Η ΕΛΣΤΑΤ αποδίδει τις μεταβολές στις επιμέρους κατηγορίες φορτίου στη διαφοροποίηση των εμπορικών ροών και στις μεταβολές της ζήτησης μεταφορικών υπηρεσιών, καθώς η μεταποιητική δραστηριότητα και οι εξαγωγές διαμόρφωσαν έντονες αποκλίσεις μεταξύ περιφερειών. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια αγορά σε φάση αναπροσαρμογής μετά την έντονη ανάκαμψη του 2023, με τη δραστηριότητα να σταθεροποιείται σε πιο βιώσιμα επίπεδα.
































