Ένας φάκελος του ΟΠΕΚΕΠΕ με στοιχεία για 61 ύποπτους ΑΦΜ εξαφανίστηκε μυστηριωδώς το 2020, αφήνοντας πίσω του μια υπόθεση που αποκαλύπτει τον μηχανισμό αδιαφάνειας και ατιμωρησίας που εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τον οργανισμό. Το έγγραφο, το οποίο είχε συντάξει η Παρασκευή Τυχεροπούλου, προϊσταμένη του τμήματος Παρακολούθησης Αχρεωστήτως Καταβληθέντων, περιείχε τα ευρήματα ελέγχων για παραγωγούς που είχαν αιτηθεί επιδότηση από το Εθνικό Απόθεμα.
Στην έκθεση καταγραφόταν σειρά παρατυπιών: βοσκοτόπια που φέρονταν να μισθώνονται με σχεδόν μηδενικό αντίτιμο, εκτάσεις που δεν ανήκαν στους φερόμενους ιδιοκτήτες, και αιτήσεις που υπερέβαιναν κατά πολύ τα συνήθη όρια επιδοτούμενης γης. Η Τυχεροπούλου είχε εισηγηθεί στη διοίκηση να κατατεθεί άμεσα αναφορά στη Δικαιοσύνη για πιθανή απάτη σε βάρος του Δημοσίου. Αντ’ αυτού, ο φάκελος «εξαφανίστηκε».
Τρία χρόνια αργότερα, σε εμπιστευτικό έγγραφο προς την Οικονομική Αστυνομία, ο τότε πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Ευάγγελος Σημανδράκος παραδέχθηκε ότι κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο φάκελος. Σύμφωνα με τη δική του περιγραφή, το υλικό παραδόθηκε αρχικά στη γραμματεία του τότε αντιπροέδρου Δημήτρη Μελά και στη συνέχεια στην διευθύντρια Τεχνικών Ελέγχων Αθανασία Ρέππα. Και οι δύο δικάζονται σήμερα για υπεξαγωγή εγγράφων και υπόθαλψη εγκληματία, ενώ η υπόθεση έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Πέρα όμως από τα πρόσωπα, το ζήτημα αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: όταν η διαφθορά αγγίζει τον κρατικό μηχανισμό, η θεσμική άμυνα παραλύει. Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι φάκελοι χάνονται, οι ευθύνες μετατίθενται και η ατιμωρησία παγιώνεται, συντηρώντας ένα σύστημα που αντί να εγγυάται τη διαφάνεια, τη νομιμοποιεί με τη σιωπή του.




























