Δύο κόμματα που δεν έχουν ακόμη ιδρυθεί και δύο πολιτικοί που φαίνεται να επιστρέφουν από το παρασκήνιο, αναδιαμορφώνουν ήδη τους συσχετισμούς στο πολιτικό σύστημα.
Η νέα δημοσκόπηση της MARC για τον ΑΝΤ1 αποτυπώνει ένα σκηνικό πολιτικής κόπωσης και διάχυτης δυσπιστίας, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να εμπεδώνει χαρακτηριστικά απερχόμενου ηγέτη, σε μια περίοδο όπου η φθορά μετατρέπεται σε συστημικό φαινόμενο.
Το σκηνικό που δημιουργείται παραπέμπει όχι μόνο σε προδιαγεγραμμένη εκλογική κατάρρευση της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και σε μια προοπτική εκ βάθρων αναδιάταξης του υφιστάμενου πολιτικού χάρτη.
Οι αλλαγές είναι ακόμη εμβρυακές, ωστόσο το τοπίο φαίνεται να βρίσκεται σε προχωρημένη φάση ωρίμανσης, καθώς οι αναποφάσιστοι έχουν παραμείνει για καιρό σταθεροί στην αβεβαιότητά τους, χωρίς να απορροφώνται από τα παραδοσιακά κόμματα.
Το ζήτημα, όμως, υπερβαίνει την εκλογική διάσταση. Αφορά τη διάβρωση των θεσμών, την απονομιμοποίηση της κυβερνητικής λειτουργίας και τη σταδιακή αποσύνδεση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα.
Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί και όχι πάντα προφανείς: θεσμική αστάθεια, διεύρυνση του αντισυστημικού λόγου, κοινωνική αποξένωση και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση.
Η Ελλάδα φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα μεταπολίτευση χωρίς σταθερές, όπου το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει, αλλά ποιο σύστημα θα επιβιώσει.
Από τη δημοσκόπηση προκύπτει η δυναμική δημιουργίας νέου δίπολου με Μητσοτάκη – Τσίπρα, ενώ όταν το ερώτημα τίθεται στην πραγματική βάση του καταλληλότερου για πρωθυπουργού δεύτερη αναδεικνύεται η Ζωή Κωνσταντοπούλου.

Νέα Δημοκρατία: Σταθερό προβάδισμα με ενδείξεις αποσύνθεσης
Στην εκτίμηση ψήφου, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει 30,5%, με το ΠΑΣΟΚ να ακολουθεί στο 14%. Παρότι η διαφορά παραμένει μεγάλη, η ποιοτική κόπωση είναι εμφανής: η κυβερνητική υπεροχή μετατρέπεται σταδιακά από δυναμική εξουσίας σε αδρανές απόθεμα ψήφων, χωρίς οργανική κοινωνική νομιμοποίηση.
Η Πλεύση Ελευθερίας (10,8%) και η Ελληνική Λύση (9,5%) ενισχύουν την πολυδιάσπαση του εκλογικού σώματος, ενώ το ΚΚΕ (8,4%) και ο ΣΥΡΙΖΑ (7%) διαγκωνίζονται για περιορισμένο χώρο επιρροής. Με τη Φωνή Λογικής (3,8%) και το ΜέΡΑ25 (3,2%), ο αριθμός των κομμάτων που περνούν το κατώφλι του 3% ανέρχεται σε οκτώ, επιβεβαιώνοντας τον πολιτικό κατακερματισμό και την εξάντληση του δικομματισμού.

Ακρίβεια και Τέμπη: τα επίκεντρα πολιτικού κόστους
Η δημοσκόπηση δείχνει καθαρά ότι το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση εστιάζεται στην ακρίβεια και στην τραγωδία των Τεμπών — δύο ζητήματα που συνδέουν την οικονομική δυσπραγία με τη θεσμική αναξιοπιστία.
Η πλειονότητα των πολιτών θεωρεί ότι το κυβερνητικό έργο έχει χάσει κοινωνικό έρεισμα, ζητώντας στροφή προς μέτρα αντιμετώπισης της ακρίβειας και ενίσχυση της δημόσιας υγείας. Η μετατόπιση αυτή αντανακλά απώλεια ηθικού πλεονεκτήματος και αποδυνάμωση της σχέσης εμπιστοσύνης κράτους-πολίτη.
Κεντροαριστερά: Επιστροφή Τσίπρα – Σκιά Ανδρουλάκη
Στην Κεντροαριστερά, ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται ως ο μοναδικός πολιτικός με ισχυρό ρεύμα αναγνωρισιμότητας και αποδοχής, συγκεντρώνοντας 24% στο ερώτημα ποιος μπορεί να εκφράσει καλύτερα τον χώρο.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου ακολουθεί με 12,8% και ο Νίκος Ανδρουλάκης με 12,6%, ένδειξη εσωτερικής στασιμότητας στο ΠΑΣΟΚ. Ο Τσίπρας, παρά την απουσία θεσμικού ρόλου, δείχνει να διατηρεί πολιτική βαρύτητα, υποδηλώνοντας πιθανή ανασύνθεση του χώρου γύρω από την προσωπική του επιρροή.

Κεντροδεξιά: Δυισμός Μητσοτάκη – Σαμαρά
Στο αντίστοιχο ερώτημα για την Κεντροδεξιά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει πρώτος, αλλά ο Αντώνης Σαμαράς καταγράφει αξιοσημείωτη άνοδο, κατοχυρώνοντας μια παρασκηνιακή αλλά διακριτή παρουσία.
Η ενίσχυση Σαμαρά αποτυπώνει υφέρπουσα δυσαρέσκεια στο παραδοσιακό δεξιό ακροατήριο και λειτουργεί ως υπενθύμιση της ιστορικής συνέχειας της συντηρητικής παράταξης, πέραν της σημερινής κυβέρνησης.

Καταλληλότερος για πρωθυπουργός: Μητσοτάκης πρώτος, αλλά χωρίς ρεύμα
Παρά την κυβερνητική φθορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να θεωρείται καταλληλότερος για πρωθυπουργός, με 33,9%, έναντι 24,3% του Αλέξη Τσίπρα και 11,3% του Νίκου Ανδρουλάκη.
Η υπεροχή του, ωστόσο, δεν συνοδεύεται από παραγωγή πολιτικής ελπίδας· πρόκειται για τεχνική κυριαρχία, προϊόν απουσίας εναλλακτικής, όχι εμπιστοσύνης.
































